Διεθνές Γίγνεσθαι Και Πολιτισμός Προκλήσεις Και Πολιτικές – Κεφάλαιο 14
Ο πολιτιστικός τουρισμός, ως εναλλακτική μορφή τουρισμού, έχει παρουσιάσει σημαντική ανάπτυξη τα τελευταία 20 χρόνια παγκοσμίως. Αυτή η εξέλιξη είναι αποτέλεσμα πολλών παραγόντων.
Πολιτιστικός Τουρισμός:
Τα Μνημεία Παγκόσμιας Κληρονομιάς
της UNESCO και η Ελληνική Πραγματικότητα
Εισαγωγή
Ο πολιτιστικός τουρισμός, ως εναλλακτική μορφή τουρισμού, έχει παρουσιάσει σημαντική ανάπτυξη τα τελευταία 20 χρόνια παγκοσμίως. Αυτή η εξέλιξη είναι αποτέλεσμα πολλών παραγόντων. Μεταξύ άλλων, η βιβλιογραφία αναφέρει την ανάγκη των τουριστών για «απόδραση» από την τυπική/μαζική τουριστική δραστηριότητα που βασίζεται στο τρίπτυχο «ήλιος – θάλασσα – άμμος» (Weiner 2012, Spilanis&Vayanni, 2004), τον εμπλουτισμό των τουριστικών τους εμπειριών (Stamboulis&Skayannis, 2003), καθώς και την επιθυμία να έρθουν σε επαφή με κάτι νέο (Richards&Wilson, 2006). Ταυτόχρονα, η αξιοποίηση των πολιτιστικών πόρων σε επίπεδο προορισμού έχει εντατικοποιηθεί ως πηγή ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος (Hall, 1993, Buhalis, 2000), διαφοροποίησης του προσφερόμενου προϊόντος (Santagata, 2002, Apostolakisetal., 2012) και ως μέσο ανανέωσης του κύκλου ζωής ενός προορισμού (Hospers, 2002).
Από τη σκοπιά της τουριστικής διοίκησης, συνεπώς, ο πολιτιστικός τουρισμός και οι πολιτιστικοί πόροι στο σύνολό τους αποτελούν κομμάτι μιας ευρύτερης στρατηγικής που χρησιμοποιεί το παρελθόν, την ιστορία και τον πολιτισμό ως μέσο προσέλκυσης νέων τουριστών και εμπλουτισμού της τουριστικής προσφοράς ενός προορισμού. Η θεώρηση αυτή βασίζεται στη δυναμική των πολιτιστικών πόρων στην ανάδειξη τουριστικών προορισμών ως παγκοσμίως μοναδικών πόλων τουριστικού ενδιαφέροντος (Apostolakisetal., 2012, Steiner&Frey, 2012). Με βάση τα προαναφερθέντα, γίνεται αντιληπτό ότι η ύπαρξη και ανάδειξη των πολιτιστικών πόρων σε μια τοποθεσία αποκτά στρατηγικής σημασίας προτεραιότητα, για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας ενός τουριστικού προορισμού.
Ωστόσο, η ύπαρξη πολιτιστικών πόρων δεν είναι απαραίτητα επαρκής, προκειμένου να εξασφαλίσει τη μοναδικότητα του προορισμού. Η ανάδειξη, η διαχείριση και η «πιστοποίηση» της αυθεντικότητας ενός πολιτιστικού πόρου αποτελούν εξίσου σημαντικές προϋποθέσεις για την τουριστική ανάπτυξη μιας περιοχής. Μια τέτοιας μορφής «πιστοποίηση» προσφέρεται από την ένταξη μιας περιοχής παγκόσμιου πολιτιστικού ενδιαφέροντος στον κατάλογο των Μνημείων Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς της ΟΥΝΕΣΚΟ (εφεξής UNESCO). Η UNESCO είναι ένας διεθνής οργανισμός ο οποίος ιδρύθηκε το 1945, «για να ανταποκριθεί στην ακράδαντη πεποίθηση των εθνών […] μετά από δύο παγκόσμιους πολέμους […] ότι οι πολιτικές και οικονομικές συμφωνίες δεν επαρκούν για να εδραιωθεί μια διαρκής ειρήνη. Βάση της ειρήνης πρέπει να είναι η ηθική και πνευματική αλληλεγγύη της ανθρωπότητας» (UNESCO, 2012a). Σε αυτή τη βάση, η UNESCO έθεσε ως στόχο της να δημιουργήσει δίκτυα επικοινωνίας μεταξύ των εθνών, που να προωθούν αυτού του είδους την αλληλεγγύη μέσω τεσσάρων βασικών αξόνων:
- Προωθώντας την εκπαίδευση, έτσι ώστε κάθε παιδί, αγόρι ή κορίτσι, να έχει πρόσβαση σε ποιοτική εκπαίδευση, κάτι που αποτελεί τόσο βασικό ανθρώπινο δικαίωμα, όσο και προϋπόθεση για την ανθρώπινη ανάπτυξη.
- Προωθώντας τη διαπολιτισμική κατανόηση, μέσω της προστασίας της πολιτιστικής κληρονομιάς και της υποστήριξης της πολιτισμικής ποικιλομορφίας. Η UNESCO δημιούργησε την ιδέα των Μνημείων Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς για να προστατέψει χώρους εξέχουσας πανανθρώπινης αξίας.
- Προωθώντας την επιστημονική συνεργασία (όπως, π.χ., μέσω συστημάτων προειδοποίησης για τσουνάμι και διασυνοριακών συμφωνιών για τη διαχείριση υδάτινων πόρων), για να ενισχύσει τους δεσμούς μεταξύ χωρών και κοινωνιών.
- Προστατεύοντας την ελευθερία της έκφρασης, η οποία αποτελεί βασική προϋπόθεση της δημοκρατίας, της ανάπτυξης και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας (UNESCO, 2012a).
Για να εγγραφεί στον κατάλογο Μνημείων Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς ένας , πρέπει να διαθέτει εξέχουσα οικουμενική σημασία και να πληροί τουλάχιστον ένα ή, κατά προτίμηση, περισσότερα από τα δέκα κριτήρια ένταξης που έχει ορίσει η UNESCO (βλ. Πίνακα 1). Βασικό χαρακτηριστικό όλων των κριτηρίων είναι η οικουμενική σημασία του μνημείου. Το ευρύ κοινό τείνει να πιστεύει πως ο κατάλογος Μνημείων Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς είναι μια σύγχρονη εκδοχή των επτά θαυμάτων του αρχαίου κόσμου (Morris, 2015). Ωστόσο, η UNESCO καταβάλλει προσπάθειες να συμπεριλαμβάνει μνημεία που είναι αντιπροσωπευτικά μιας εποχής, ενός πολιτισμού, μιας παράδοσης, είτε ζώσας, είτε, στις περισσότερες περιπτώσεις, νεκρής. Καθώς η προσοχή των ιστορικών απομακρύνεται από την παραδοσιακή καταγραφή των κατορθωμάτων ηγεμόνων και στρέφεται προς τα επιτεύγματα των ανωνύμων, σταδιακά ο κατάλογος της UNESCO διευρύνεται με μνημεία λιγότερο γνωστά, αντιπροσωπευτικά, όμως, ενός λαού ή μιας ιστορικής συγκυρίας.
Πίνακας 1: Κατάλογος Κριτηρίων
- Να αποτελεί αριστούργημα της ανθρώπινης δημιουργικότητας.
- Να επιδεικνύει μια σημαντική ανταλλαγή ανθρώπινων αξιών σε μια περιοχή για ένα χρονικό διάστημα στους τομείς της αρχιτεκτονικής, μνημειακής τέχνης, αστικού σχεδιασμού ή διαμόρφωσης τοπίου.
- Να αποτελεί μοναδικό ή εξαιρετικό τεκμήριο μιας πολιτισμικής παράδοσης ή ενός πολιτισμού που υφίσταται σήμερα ή έχει εξαφανιστεί.
- Να αποτελεί εξέχον παράδειγμα τύπου κτηρίου, αρχιτεκτονικού ή τεχνολογικού συνόλου ή τοπίου, το οποίο εκπροσωπεί έναν ή περισσότερους σημαντικούς σταθμούς της ανθρώπινης ιστορίας.
- Να αποτελεί εξέχον παράδειγμα παραδοσιακού τρόπου κατοικίας ή χρήσης γης ή χρήσης θαλάσσης ή αλληλεπίδρασης με το περιβάλλον, ο οποίος είναι χαρακτηριστικός ενός πολιτισμού ή πολιτισμών, ιδιαίτερα αν αυτός ή αυτοί κινδυνεύουν να αλλοιωθούν αμετάκλητα.
- Να συνδέεται άμεσα ή εμφανώς με γεγονότα ή παραδόσεις, ιδέες ή πεποιθήσεις, καλλιτεχνικά και πνευματικά έργα πανανθρώπινης αξίας (σε συνάρτηση με άλλα κριτήρια).
- Να περιέχει εξαιρετικά φυσικά φαινόμενα ή περιοχές εξέχουσας φυσικής ομορφιάς και αισθητικής σημασίας.
- Να αποτελεί εξέχον παράδειγμα ενός σημαντικού σταδίου της εξέλιξης του πλανήτη, το οποίο δύναται να περιλαμβάνει ίχνη οργανισμών, γεωλογικές διεργασίες ή σημαντικές γεωμορφές και τοπιογραφικά χαρακτηριστικά.
- Να αποτελεί εξέχον παράδειγμα εν εξελίξει οικολογικών και βιολογικών διεργασιών, οι οποίες επηρεάζουν σημαντικά την εξέλιξη και ανάπτυξη οικοσυστημάτων και αποικιών ζώων ή φυτών σε ξηρά, θάλασσα, ακτές και σώματα γλυκού νερού.
- Να περιέχει τα πιο σημαντικά φυσικά οικοσυστήματα για την επιτόπου διατήρηση της βιοποικιλότητας, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που περιέχουν απειλούμενα είδη, τα οποία έχουν εξέχουσα διεθνή σημασία για την επιστήμη ή για τη διατήρησή τους.
Πηγή: Intergovernmental Committee for the Protection of the World Cultural and Natural Heritage (2015).
Σε αυτό το πλαίσιο, σκοπός του παρόντος κεφαλαίου είναι να εξετάσει με κριτική διάθεση την άποψη ότι η ένταξη ενός πολιτιστικού μνημείου ή πόρου στη λίστα της UNESCO επιφέρει αποκλειστικά θετικές συνέπειες στη συγκεκριμένη περιοχή ή/και προορισμό. Μέσα από μια επισκόπηση της βιβλιογραφίας, εξετάζεται ο βαθμός στον οποίο η συμμετοχή ενός πολιτιστικού πόρου στον κατάλογο της UNESCO μπορεί να θεωρηθεί πανάκεια για την τουριστική ανάπτυξη. Σε τι οφέλη και σε ποια πλεονεκτήματα προσβλέπουν όσοι διεκδικούν μια θέση για τα δικά τους μνημεία; Υπάρχει η πιθανότητα αρνητικών επιπτώσεων; Έχουν πραγματοποιηθεί μελέτες των πιθανών επιπτώσεων για τις αιτήσεις που ήδη έχει καταθέσει η Ελλάδα;

Τι είναι ο Κατάλογος Μνημείων Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς της UNESCO;
Η διαδικασία της ένταξης
Η σύμβαση της UNESCO ορίζει πως υποψηφιότητες μπορούν να υποβληθούν μόνο από τις κυβερνήσεις των κρατών στις οποίες ανήκουν τα μνημεία. Ο οργανισμός δεν δέχεται υποψηφιότητες από άλλους διεθνείς ή τοπικούς φορείς (UNESCO, 1972). Ως πρώτο βήμα για την ένταξη μνημείων στον κατάλογο των Μνημείων Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς, προτείνεται κάθε ενδιαφερόμενη χώρα να προβεί σε μια «απογραφή» των σημαντικών πολιτιστικών και φυσικών μνημείων εντός της επικράτειάς της. Ο κατάλογος που καταρτίζεται γίνεται γνωστός ως ο «Κατάλογος αγαθών υποψηφιοτήτων για ένταξη» και περιέχει εκείνα τα μνημεία για τα οποία κάθε κράτος προτίθεται να καταθέσει υποψηφιότητα εντός των επόμενων 5 ή 10 ετών. Από τον κατάλογο αυτό, κάθε χώρα μπορεί να υποβάλλει έως δύο υποψηφιότητες ετησίως στην Επιτροπή Παγκόσμιας Κληρονομιάς (UNESCO, 2012a).
Με βάση αυτόν το κατάλογο, η ενδιαφερόμενη χώρα προετοιμάζει τον «Φάκελο υποψηφιότητας». Μέσω του εξειδικευμένου προσωπικού της, η UNESCO παρέχει τεχνική υποστήριξη και πραγματογνωμοσύνη για την προετοιμασία του φακέλου, ο οποίος πρέπει να είναι όσο το δυνατόν πιο αναλυτικός και να περιέχει όλα τα απαραίτητα έγγραφα και χάρτες. Ο φάκελος υποβάλλεται για έλεγχο και όταν είναι πλήρης προωθείται στα συμβουλευτικά σώματα της UNESCO για αξιολόγηση (UNESCO, 2012a).
Η αξιολόγηση αποτελεί το τρίτο βήμα της διαδικασίας και πραγματοποιείται από δύο φορείς: το Διεθνές Συμβούλιο Μνημείων και Τοποθεσιών (ICOMOS) και τη Διεθνή Ένωση Προστασίας της Φύσης (IUCN). Αφού εξετάσουν αντίστοιχα τα πολιτιστικά ή φυσικά μνημεία (και από κοινού τα μικτά), οι δύο αυτοί φορείς υποβάλλουν σχετική αναφορά (UNESCO, χ.χ.). Ένα τρίτο συμβουλευτικό σώμα/φορέας στην αξιολόγηση των φακέλων υποψηφιοτήτων είναι το Διεθνές Κέντρο για τη Μελέτη της Προστασίας και της Συντήρησης των Πολιτιστικών Αγαθών (ICCROM), ένας διακυβερνητικός οργανισμός που λειτουργεί ως εξειδικευμένος σύμβουλος της επιτροπής της UNESCO για θέματα συντήρησης πολιτισμικών μνημείων, καθώς και εκπαιδευτικών δραστηριοτήτων.
Το τέταρτο βήμα είναι η έγκριση της υποψηφιότητας. Η Επιτροπή συνέρχεται μια φορά τον χρόνο, για να αποφασίσει ποια νέα μνημεία θα εγγραφούν στον κατάλογο των Μνημείων Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς. Μπορεί να αναβάλλει αποφάσεις, ζητώντας περισσότερες πληροφορίες από τις χώρες στις οποίες ανήκουν τα μνημεία.
Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, για να χαρακτηριστεί ένας χώρος ως Μνημείο Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς πρέπει να «έχει εξαιρετική παγκόσμια σημασία» και να πληροί ένα τουλάχιστον από τα κριτήρια της Επιτροπής, τα οποία αναθεωρούνται τακτικά, ώστε να αντανακλούν την εξέλιξη της έννοιας «Μνημείο Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς». Η Επιτροπή βασίζει τις αποφάσεις της στις Οδηγίες Λειτουργίας για την Εφαρμογή της Σύμβασης για την Παγκόσμια Κληρονομιά (UNESCO, χ.χ.) και το κείμενο της Σύμβασης του Παρισιού (UNESCO, 1972).
Προσδοκίες από την ένταξη
Οι προσδοκίες από την ένταξη ενός μνημείου στον κατάλογο Μνημείων Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς συνήθως επικεντρώνονται στην αύξηση της φήμης του μνημείου και έμμεσα στην αναγνωρισιμότητα της περιοχής/προορισμού. Το κύρος της αναγνώρισης ενός χώρου ως μνημείου Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς επιβεβαιώνει τη σημασία του μνημείου και αποτελεί μέσο προβολής με παγκόσμια ακτινοβολία. Προσδοκάται πως η αύξηση της αναγνωρισιμότητας του μνημείου θα προσελκύσει περισσότερους επισκέπτες, επιφέροντας άμεσα οικονομικά οφέλη.
Μολονότι πολλοί διατείνονται πως η ένταξη συνεπάγεται και χρηματοδότηση από την UNESCO (όπως αναφέρει ο Κριτσωτάκης, 2015), αυτό δεν ευσταθεί. Πράγματι, ο οργανισμός παρέχει αρωγή, αλλά αυτή περιορίζεται συνήθως σε βοήθεια για την προετοιμασία μιας υποψηφιότητας, εκπαίδευση, τεχνική συνεργασία ή προγράμματα προώθησης και εκπαίδευσης (UNESCO, χ.χ.). Ο οργανισμός μπορεί σε έκτακτες περιπτώσεις να προσφέρει χρηματοδότηση, αλλά αυτή προορίζεται κυρίως για δράσεις αποκατάστασης των μνημείων και τις περιοχές που έχουν εξέλθει από συρράξεις και συγκρούσεις, όπως συνέβη στην περίπτωση της κοιλάδας του Μπαμιγιάν, στο Αφγανιστάν. Μετά τις σημαντικές καταστροφές που υπέστη το μνημείο από τους Ταλιμπάν, η χώρα έλαβε περισσότερα από 4 εκατομμύρια δολάρια για την αποκατάστασή του (ArunachalaWorldHeritageSiteInitiative, 2015).
Εκ των πραγμάτων, η ένταξη ενός χώρου στον κατάλογο των Μνημείων Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς επιβάλλει τη στενότερη συνεργασία μεταξύ της UNESCO και του κράτους, στα όρια του οποίου βρίσκεται ο χώρος. Με τη σειρά της, η αναγνώριση διευρύνει τις επαφές του κράτους και των τοπικών αρχών με άλλους διεθνείς οργανισμούς, τον ιδιωτικό τομέα και μη-κυβερνητικές οργανώσεις. Τέλος, πολλοί θεωρούν πως η διεθνής αναγνώριση της αξίας ενός μνημείου ενισχύει την εθνική ταυτότητα των πολιτών, κάνοντάς τους περήφανους για τα επιτεύγματά τους (ArunachalaWorldHeritageSiteInitiative, 2015).
Επιπτώσεις από την ένταξη
Είναι προφανές πως τόσο τα κράτη τα οποία μπαίνουν στην κοπιώδη, μακρόχρονη και πολυέξοδη (Kayahan&Vanblarcom, 2012, Mizuho, 2011) διαδικασία προετοιμασίας των φακέλων που θα υποβάλλουν για ένταξη των μνημείων τους στον κατάλογο των Μνημείων Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς, όσο και οι τοπικοί φορείς που συχνά πιέζουν για την προώθηση τέτοιων υποψηφιοτήτων προσδοκούν θετικά οφέλη από μια τέτοια εξέλιξη. Σε πολλές περιπτώσεις, οι παραπάνω προσδοκίες επιβεβαιώνονται, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό. Αρχικά, η αναγνώριση ενός τοπικού ή εθνικού μνημείου από το σύνολο της ανθρωπότητας έχει θετικό αντίκτυπο στο συλλογικό αίσθημα (Mizuho, 2011). Έπειτα, ο χαρακτηρισμός ενός χώρου ως «Μνημείο Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς» αυξάνει το κύρος του (Dept. forCulture, MediaandSport, 2008). Μολονότι η χρηματοδότηση από την UNESCO αφορά σε έκτακτες περιπτώσεις, το κύρος που συνεπάγεται η εγγραφή στον κατάλογο της UNESCO σημαίνει ότι το μνημείο έχει αυξημένες πιθανότητες να ελκύσει την προσοχή διεθνών οργανισμών και να θεωρηθεί άξιο να λάβει οικονομική ενίσχυση από κρατικούς ή ιδιωτικούς φορείς (Αυγερινού-Κολώνια & Τουγεγγοπούλου, 2012, Steiner & Frey, 2012, Cleere, 2011). Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της Κέρκυρας, η οποία επιλέχθηκε να συμμετάσχει σε ένα διεθνές πρόγραμμα για τη Βιώσιμη Διαχείριση Πολιτιστικής Κληρονομιάς, για το οποίο έλαβε χρηματοδότηση από την Ευρωπαϊκή Ένωση που ανερχόταν σε περισσότερα από 1,7 εκατομμύρια ευρώ. Επιπλέον, η εγγραφή του στον κατάλογο της UNESCO καθιστά ένα μνημείο ευρύτερα γνωστό παγκοσμίως. Ως φυσική συνέπεια της αύξηση της φήμης ενός μνημείου, η ροή των επισκεπτών του παρουσιάζει άνοδο, που μπορεί να είναι σημαντική.
Όμως, τα αποτελέσματα από την αύξηση των επισκεπτών δεν είναι πάντα θετικά. Μπορεί τα έσοδα να αυξηθούν, αλλά σε κάποιες περιπτώσεις, όπως, για παράδειγμα, στις πόλεις Alberobello στην Ιταλία (UNESCO, 1996) και Lijiang στην Κίνα (UNESCO, 2012b), η αύξηση της τουριστικής κίνησης αλλοίωσε τον χαρακτήρα τους (Cleere, 2011).Σε άλλες περιπτώσεις, η μαζική εισβολή τουριστών απειλεί παραδοσιακές πρακτικές ή μπορεί να αλλοιώσει τη φυσική ομορφιά του τοπίου (UNESCO, 2008). Σε αυτές τις περιπτώσεις, η ένταξη ενός πολιτιστικού μνημείου στον κατάλογο της UNESCO αποτελεί αρνητική εξέλιξη και έρχεται να προστεθεί στην ήδη υπάρχουσα καταπόνηση του μνημείου από την τουριστική «εκμετάλλευσή» του.
Αν και ένας από τους βασικούς σκοπούς της ένταξης ενός μνημείου στον κατάλογο της UNESCO είναι η προστασία του, φαίνεται πως η αύξηση της τουριστικής κίνησης έρχεται σε αντίθεση με αυτόν τον σκοπό, προκαλώντας φθορές, που θέτουν σε κίνδυνο το μνημείο. Για παράδειγμα, η Πυραμίδα του Χέοπα έκλεισε για το κοινό το 1998, για έργα συντήρησης που σκοπό είχαν να αναιρέσουν κάποιες από τις επιπτώσεις του μαζικού τουρισμού στο μνημείο. Σύμφωνα με την Ord (2011), «τα επίπεδα υγρασίας στις σήραγγες και τους θαλάμους […] ανέρχονταν σε 80%, λόγω του τεράστιου αριθμού των επισκεπτών». Έκτοτε ο αριθμός των επισκεπτών που μπορούν να μπουν στην πυραμίδα περιορίστηκε σε 300 ανά ημέρα.
Αντιστρόφως, η ένταξη ενός μνημείου στον κατάλογο της UNESCO μπορεί να έχει θετικό αντίκτυπο για την προστασία ενός μνημείου από εξωτερικές απειλές, είτε αυτές είναι φυσικές είτε ανθρωπογενείς. Για παράδειγμα, τη χρονιά που συζητήθηκε η ένταξη του αρχαιολογικού χώρου των Δελφών στα Μνημεία Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς, η UNESCO ενημερώθηκε για σχέδια ανέγερσης ενός εργοστασίου αλουμίνας πολύ κοντά στον χώρο. Ο διεθνής οργανισμός προέτρεψε την ελληνική κυβέρνηση να βρει άλλη θέση για την ανέγερση του εργοστασίου. Η υιοθέτηση της προτροπής αυτής οδήγησε τελικά στην έγκριση της εγγραφής των Δελφών στον κατάλογο των Μνημείων Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς (UNESCO, χ.χ.).

UNESCO και ελληνικά μνημεία
Μετά την πρόσφατη (2016) ένταξη του αρχαιολογικού χώρου των Φιλίππων στον κατάλογο των Μνημείων Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς, τα ελληνικά μνημεία σε αυτόν ανέρχονται σε δεκαοκτώ (βλ. UNESCO, 2016). Δεκαέξι εξ αυτών είναι πολιτιστικά:
1. Ναός Επικούρειου Απόλλωνος στις Βάσσες (χρονολογία ένταξης 1986).
2. Αρχαιολογικός χώρος Ακρόπολης (1987).
3. Αρχαιολογικός χώρος Δελφών (1987).
4. Ιερό του Ασκληπιού στην Επίδαυρο (1988).
5. Παλαιοχριστιανικά και βυζαντινά μνημεία Θεσσαλονίκης (1988).
6. Μεσαιωνική πόλη της Ρόδου (1988).
7. Αρχαιολογικός χώρος Ολυμπίας (1989).
8. Αρχαιολογικός χώρος Μυστρά (1989).
9. Δήλος (1990).
10. Μονή Δαφνίου, Μονή Οσίου Λουκά και Νέα Μονή Χίου (1990).
11. Αρχαιολογικός χώρος Ηραίου Σάμου (1992).
12. Αρχαιολογικός χώρος Αιγών (σημερινή Βεργίνα, 1996).
13. Αρχαιολογικοί χώροι Μυκηνών και Τίρυνθας (1999).
14. Ιστορικό κέντρο (Χώρα) με τη μονή του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου και το σπήλαιο της Αποκάλυψης στην Πάτμο (1999).
15. Παλαιά πόλη της Κέρκυρας (2007).
16. Αρχαιολογικός χώρος Φιλίππων (2016).
Τα εναπομείναντα δύο είναι μικτά, αποτελούν, δηλαδή, συνδυασμό πολιτισμικών και φυσικών χαρακτηριστικών:
17. Μετέωρα (1988).
18. Άθως (Άγιον Όρος, 1988).
Η Ελλάδα έχει υποβάλει υποψηφιότητα για δεκατέσσερα ακόμη μνημεία, για τα οποία προτίθεται να καταθέσει ολοκληρωμένη αίτηση στο μέλλον. Όλες οι ελληνικές υποψηφιότητες που εκκρεμούν αυτή τη στιγμή κατατέθηκαν τον Ιανουάριο του 2014. Στις υποψηφιότητες αυτές συμπεριλαμβανόταν και ο αρχαιολογικός χώρος των Φιλίππων, ο οποίος, κατά τη σύνοδο της UNESCO στην Κωνσταντινούπολη τον Ιούλιο του 2016, εντάχθηκε στα Μνημεία Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς (Ελληνική Εθνική Επιτροπή για την UNESCO, 2016). Οι υποψηφιότητες αυτές είναι οι ακόλουθες (UNESCO, 2014):
1. Αρχαία ελληνικά θέατρα (Διονύσου στην Αθήνα, Αμφιαράειου Αττικής, Επιδαύρου, Μεγαλόπολης, Άργους, Δελφών, Ερέτριας, Λάρισας, Δήλου, Μήλου, Λίνδου, Οινιαδών, Δωδώνης, Απτέρας στην Κρήτη, Μαρώνειας στη Ροδόπη).
2. Περιοχή Λαυρεωτικής.
3. Αρχαίοι οχυρωματικοί πύργοι στο Αιγαίο (Χειμάρρου στη Νάξο, Αγ. Πέτρου στην Άνδρο, Αγ. Τριάδας στην Αμοργό, Λευκός Πύργος Σίφνου, Λευκός Πύργος Σερίφου, Αγ. Μαρίνας στην Κέα, Δρακάνου στην Ικαρία, Καστελόριζου, Ρω, Στρογγύλης στα Δωδεκάνησα).
4. Αρχαιολογικός χώρος αρχαίας Μεσσήνης.
5. Αρχαιολογικός χώρος Νικόπολης.
6. Κάστρο της Σπιναλόγκα.
7. Φαράγγι του Εθνικού Δρυμού της Σαμαριάς.
8. Προμαχωνικά οχυρωματικά έργα του Ύστερου Μεσαίωνα στην Ελλάδα [Κέρκυρας, Ζακύνθου, Κορώνης, Μεθώνης, Ναυπλίου (Μπούρτζι, Παλαμήδι, Ακροναυπλία), Ηρακλείου, Χανίων, Ρόδου, Μυτιλήνης].
9. Μινωικά ανακτορικά κέντρα (Κνωσσός, Φαιστός, Μάλια, Ζάκρος, Κυδωνία).
10. Εθνικός δρυμός Δαδιάς-Λευκίμμης-Σουφλίου.
11. Απολιθωμένο δάσος της Λέσβου.
12. Περιοχή Πρεσπών: Μεγάλη και Μικρή Πρέσπα, συμπεριλαμβανομένων και των βυζαντινών και υστερο-βυζαντινών τους μνημείων.
13. Ευρύτερη περιοχή του όρους Ολύμπου.
14. Ζαγοροχώρια – Εθνικός Δρυμός Βόρειας Πίνδου.

Περίπτωση μελέτης: Η Παλιά Πόλη της Κέρκυρας
Το 2007, μετά από μακροχρόνιες προσπάθειες, η Παλιά Πόλη της Κέρκυρας κατάφερε να ενταχθεί στον Κατάλογο Μνημείων Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς της UNESCO, με βασικό γνώμονα τη μοναδική αρχιτεκτονική της κληρονομιά. Πράγματι, ο χώρος της Παλιάς Πόλης αποτελεί έναν πίνακα χρωμάτων και εικόνων, στον οποίο συνυπάρχουν βρετανικές, ενετικές αλλά και γαλλικές επιρροές, δίπλα σε βυζαντινές εκκλησίες, παλιά αρχοντικά και βενετσιάνικα κτήρια. Πιο συγκεκριμένα, η απόφαση της ένταξης της Παλιάς Πόλης της Κέρκυρας στον Κατάλογο Παγκόσμιας Κληρονομιάς βασίστηκε στο Κριτήριο IV του οργανισμού, ως εξέχον δείγμα κτηρίου, αρχιτεκτονικού ή τεχνολογικού συνόλου ή τοπίου, το οποίο να αποτελεί τεκμήριο ενός ή περισσότερων σημαντικών σταδίων της ανθρώπινης ιστορίας.
Καταλυτικό ρόλο στην απόφαση ένταξης διαδραμάτισε το αναλυτικό Σχέδιο Διαχείρισης της Παλιάς Πόλης, που συντάχθηκε από τον Δήμο Κέρκυρας και αφορούσε στα έτη 2006-2012 (Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας, 2005). Στόχος του ήταν να διαμορφώσει έναν ολοκληρωμένο οδηγό για την προστασία όλων των πολιτιστικών αξιών που περιέχονται στην Παλιά Πόλη της Κέρκυρας, αλλά και να εντοπίσει σημαντικά ζητήματα που μπορεί να επηρεάσουν το μνημείο, καθώς και τις ενδεχόμενες δυνατότητες που μπορεί να προκύψουν. Αξίζει να σημειωθεί ότι η περίπτωση της Κέρκυρας είναι μία από τις ελάχιστες περιπτώσεις στον ελλαδικό χώρο όπου εκπονήθηκε σχέδιο διαχείρισης με απώτερο σκοπό την ένταξη της πόλης στον Κατάλογο της Παγκόσμιας Κληρονομιάς. Μετά το πέρας του χρονικού ορίζοντα του σχεδίου, ο Δήμος Κέρκυρας προέβη στην κατάθεση δεύτερου σχεδίου για τα έτη 2014-2019 (Τμήμα Προγραμματισμού και Ανάπτυξης Δήμου Κέρκυρας, 2015), καθώς και στη σύνταξη ενός προκαταρκτικού κειμένου Στρατηγικού Σχεδίου Ανάπτυξης της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης για την Περίοδο 2008-2020 (Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Κέρκυρας, 2009). Στην πράξη, ωστόσο, η εφαρμογή των σχεδίων φαίνεται να παραμένει σε μεγάλο βαθμό ανενεργή, κυρίως λόγω της μη θεσμικής συγκρότησης των φορέων που θα υλοποιούσαν τα έργα, καθώς και των συγκρουόμενων συμφερόντων μόνιμων κατοίκων, τουριστικών καταστηματαρχών και τοπικών φορέων.
Σε αυτό το σημείο αναδεικνύονται δύο ζητήματα. Πρώτον, το παράδειγμα της Κέρκυρας φανερώνει πως μετά την ένταξη ενός μνημείου στον Κατάλογο Μνημείων Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς η προσπάθεια για τη διατήρησή του στη λίστα δεν σταματά. Δεύτερον, η UNESCO παρέχει τις κατευθυντήριες γραμμές πολιτιστικής διαχείρισης (βλ., για παράδειγμα, Pedersen, 2002), αλλά η εφαρμογή των εκάστοτε σχεδίων εξαρτάται από την τοπική ηγεσία και κοινωνία (Aasetal., 2005). Η συνεργασία μεταξύ αυτών των ενδιαφερόμενων μερών είναι μείζονος σημασίας, καθώς, όπως αναφέρουν οι Βαρβαρέσος και Σωτηριάδης (2002), η επιτυχημένη εφαρμογή ενός κατάλληλου σχεδίου πολιτιστικής διαχείρισης μπορεί να συμβάλει στη μεγιστοποίηση των θετικών επιπτώσεων από την ένταξη και την αποφυγή ή μείωση των αρνητικών συνεπειών της.
Η παραπάνω διαπίστωση οδηγεί την ανάλυση στο ζήτημα των επιπτώσεων που επιφέρει η ένταξη στoν κατάλογο της UNESCO. Στην περίπτωση της Κέρκυρας, η ένταξη είναι πιθανό να συνέβαλε στην αύξηση των τουριστικών αφίξεων στο νησί από το 2010 έως σήμερα, ενώ προσέλκυσε χρηματοδοτήσεις από το ΥΠΠΟ και το Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων, καθώς και από την Ευρωπαϊκή Ένωση (Παπαχατζή, 2014). Επίσης, η ένταξη συνέβαλε στην ευαισθητοποίηση των πολιτών για θέματα προστασίας της πόλης (Τμήμα Προγραμματισμού και Ανάπτυξης Δήμου Κέρκυρας, 2015), ενώ θεσμοθετήθηκαν κανονισμοί για την προστασία του (Παπαχατζή, 2014).
Ωστόσο, ενώ παρατηρήθηκε αύξηση του τουρισμού, δραστηριότητα που αποτελεί βασική πηγή εισοδήματος για το μεγαλύτερο μέρος των κατοίκων, το ίδιο διάστημα παρουσιάζεται σημαντική συρρίκνωση του πρωτογενούς τομέα στο νησί καθώς και κάθε άλλης παραγωγικής ή αναπτυξιακής δραστηριότητας (Αυγερινού-Κολώνια & Τουφεγγοπούλου, 2012). Η ανεργία στο νησί, διογκώθηκε, ενώ το κατά κεφαλήν εισόδημα παραμένει το χαμηλότερο των Ιονίων και πολύ κάτω από τον ελληνικό μέσο όρο. Πρέπει, όμως, να σημειωθεί ότι η χρονική συγκυρία της ένταξης της Κέρκυρας στον Κατάλογο Μνημείων Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς της UNESCO δεν ήταν η καλύτερη δυνατή. Μόλις δύο χρόνια μετά, το 2009, η χώρα εισήλθε σε περίοδο οικονομικής κρίσης, η οποία συνεχίζεται έως σήμερα και έχει ως συνέπειες, μεταξύ άλλων, τον περιορισμό των κρατικών δαπανών, τη μείωση του ΑΕΠ και τη γενικότερη οικονομική ύφεση. Απόρροια της οικονομικής δυσπραγίας ήταν η μείωση της επιχειρηματικότητας και η αδυναμία επενδύσεων τόσο στον ιδιωτικό, όσο και στον δημόσιο τομέα, που σχετίζονται αφενός με τις προαναφερθείσες επιπτώσεις, αφετέρου και με τη δυσπραγία υλοποίησης των σχεδίων.
Στρέφοντας το ενδιαφέρον πέρα από τις οικονομικές επιπτώσεις, η αύξηση στον αριθμό των τουριστών επιδείνωσε το κυκλοφοριακό πρόβλημα, καθώς δεν υπάρχουν παρακαμπτήρια οδός και χώροι στάθμευσης έξω από τη διατηρητέα πόλη. Επιπλέον, η άμετρη εκμετάλλευση του μνημείου οδήγησε σε αλλοιώσεις της εικόνας των κτηρίων και των δημόσιων χώρων. Σε αυτό το σημείο η Μυριλλά (2011) διαπιστώνει άλλη μια έκφανση της προβληματικής συνεργασίας μεταξύ τοπικής κοινωνίας και ηγεσίας. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει, όταν η δημοτική αρχή επιχείρησε να περιορίσει την άναρχη έκθεση τουριστικής πραμάτειας και άλλες επεμβάσεις στις προσόψεις των κτηρίων και στα πεζοδρόμια της διατηρητέας πόλης, αντιμετώπισε αντιδράσεις από τα «θιγόμενα» μέρη. Ως αποτέλεσμα και ελλείψει αποφασιστικότητας από τη μεριά της δημοτικής αρχής, η προσπάθεια δεν ευοδώθηκε. Τέλος, το αυξημένο κόστος που επιβάλλει η σωστή διατήρηση του μνημείου, βάσει των κανονισμών της Σύμβασης, έχει οδηγήσει αρκετούς κατοίκους στο να μετοικήσουν αλλού. Όπως εξηγεί η Keough (2011), αυτό συμβαίνει διότι για να διατηρηθεί ένα μνημείο στον κατάλογο της UNESCO ο χαρακτήρας της περιοχής πρέπει να παραμείνει αναλλοίωτος. Συνεπώς, δεν επαρκεί η επιτυχημένη διαχείριση του ίδιου του μνημείου, αλλά και η περιοχή στην οποία βρίσκεται θα πρέπει να διατηρήσει την αυθεντικότητά της. Σε αυτό το πλαίσιο, οι κάτοικοι μιας περιοχής που είτε έχει ενταχθεί στον κατάλογο της UNESCO είτε «φιλοξενεί» ένα τέτοιο μνημείο αντιμετωπίζουν σοβαρούς περιορισμούς στη διαχείριση των ιδιοκτησιών τους (π.χ., στις επιτρεπόμενες παρεμβάσεις ή στα υλικά που μπορούν να χρησιμοποιήσουν). Αυτό αυξάνει άμεσα το κόστος διαβίωσης και συχνά οδηγεί τους ντόπιους στην απόφαση να μετοικήσουν. Το αποτέλεσμα είναι μια αυθεντική περιοχή, αλλά συχνά αποστραγγισμένη από κάθε ικμάδα ζωής (Steiner&Frey, 2012).
Μελέτες επιπτώσεων (ή ανυπαρξία αυτών;)
Μια απλή αναζήτηση στο διαδίκτυο αρκεί για να διαπιστώσει κανείς πως υπάρχει μια πληθώρα μελετών για τις επιπτώσεις της ένταξης ενός μνημείου στον κατάλογο των Μνημείων Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς από διάφορες χώρες, π.χ., Kayahan & Vanblarcom (2012) για τις ΗΠΑ, Κέντρο Συντήρησης και Αρχαιολογίας (2016) για το Μαυροβούνιο, Dept. for Culture Media and Sport (2008) και PricewaterhouseCoopers (2007) για τη Μεγάλη Βρετανία). Ωστόσο, παρόμοια αναζήτηση για ελληνικούς τίτλους απέτυχε να φέρει στο φως κάποια μελέτη από επίσημο φορέα (Αυγερινού-Κολώνια & Τουφεγγοπούλου, 2012).
Θα μπορούσε, βέβαια, κάποιος να υποστηρίξει πως το ελληνικό κράτος έχει πράγματι πραγματοποιήσει τέτοιες μελέτες τις οποίες απλώς παρέλειψε (ή δεν θέλησε) να δημοσιεύσει. Σε μια τέτοια περίπτωση θίγεται το δικαίωμα των πολιτών στην πληροφόρηση, καθώς στερούνται τη δυνατότητα να γνωρίζουν ποιες επιπτώσεις θα μπορούσε να έχει στο περιβάλλον και την τοπική κοινωνία η εγγραφή ενός μνημείου στον κατάλογο της UNESCO. Έτσι, πολλοί υποστηρίζουν μια υποψηφιότητα για λόγους τοπικής ή εθνικής υπερηφάνειας (Κριτσωτάκης, 2015, Mizuho, 2011), χωρίς, όμως, να γνωρίζουν ποιος θα ήταν ο πιθανός αντίκτυπος για τον τόπο.
Υπάρχει, βέβαια, και η πιθανότητα να μην έχει γίνει καμία μελέτη επιπτώσεων από επίσημο φορέα. Αν αληθεύει κάτι τέτοιο, τότε πρόκειται για ακόμη μεγαλύτερη παράλειψη, εφόσον μελέτες για τα μνημεία που ήδη έχουν ενταχθεί στον κατάλογο των Μνημείων Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς και για τα οποία υπάρχουν ήδη στοιχεία θα βοηθούσαν να εξαχθούν χρήσιμα συμπεράσματα για το πόσο σκόπιμη ή ωφέλιμη για τη χώρα θα ήταν η υποβολή περαιτέρω υποψηφιοτήτων. Δεν πρέπει να λησμονούμε πως η σύνταξη ενός μόνο φακέλου υποψηφιότητας είναι μια πολύπλοκη και χρονοβόρα διαδικασία που απαιτεί εξειδικευμένο και έμπειρο προσωπικό (Norman, 2011) και μπορεί να κοστίσει στην υποβάλλουσα χώρα από 90.000 (Mizuho, 2011) έως και πάνω από 1 εκατομμύριο ευρώ (KayahanandVanblarcom, 2012).
Αν η πρώτη υπόθεση υποδεικνύει ένα σοβαρό πρόβλημα διαφάνειας, η δεύτερη θα σήμαινε πως η χώρα μας έχει κάνει τεράστιες δαπάνες (για τις δεκατέσσερεις υποψηφιότητες που εκκρεμούν αυτή τη στιγμή), χωρίς οι ιθύνοντες να γνωρίζουν αν και κατά πόσο η επιτυχία τους θα έχει μακροπρόθεσμα οφέλη για τη χώρα και τις τοπικές κοινωνίες.
Συμπεράσματα
Είναι, πιστεύουμε, αδιαμφισβήτητο πως η Ελλάδα είναι ευλογημένη με έναν πλούτο μοναδικών μνημείων που δίκαια θα τους άξιζε να συγκαταλέγονται στον κατάλογο Μνημείων Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς της UNESCO. Ωστόσο, μολονότι η ένταξη αυτή παρέχει κύρος και έναν βαθμό διεθνούς προβολής, εντούτοις τα οφέλη μπορεί να μην είναι χειροπιαστά ή, αντίθετα, η ένταξη να αποβεί αρνητική, τόσο για την ακεραιότητα του μνημείου, όσο και για την τοπική κοινωνία. Οπωσδήποτε τα αυστηρότατα κριτήρια της UNESCO για την ένταξη στον κατάλογο αποσκοπούν στην προστασία του μνημείου και πολλές φορές έχουν αποτρέψει αποφάσεις που θα είχαν αρνητικό αντίκτυπο σε αυτό.
Ταυτόχρονα, θα πρέπει να γίνει αντιληπτό από όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη ότι από μόνη της η ένταξη ενός (τοπικού ή εθνικού) μνημείου στον κατάλογο της UNESCO δεν αποτελεί πανάκεια. Στην πραγματικότητα η ένταξη ενός μνημείου στον εν λόγω κατάλογο μπορεί να έχει θετική επίδραση μόνο εάν μια σειρά από άλλες προϋποθέσεις είναι σε λειτουργία. Τα κράτη μέλη πρέπει πρώτα να έχουν δημιουργήσει τις συνθήκες που είναι απαραίτητες για τη συνεργασία όλων των τοπικών και περιφερειακών φορέων και να υπάρχει σύμπνοια απόψεων και ένα κοινό όραμα για τη διαχείριση ενός μνημείου. Μόνο τότε θα υπάρξουν οι προϋποθέσεις για να λειτουργήσει θετικά η ένταξη ενός μνημείου στον κατάλογο της UNESCO. Ως εκ τούτου, είναι προφανές πως η ανακήρυξη ενός μνημείου ως προστατευόμενου δεν είναι το τέλος, αλλά μόνο η αρχή ενός μεγάλου και δύσκολου ταξιδιού, που καλεί όλα τα εμπλεκόμενα μέρη σε συνεχή εγρήγορση και ετοιμότητα.
Για να ισχύσουν οι παραπάνω προϋποθέσεις, θα πρέπει να υπάρχει ένας μακροπρόθεσμος σχεδιασμός γύρω από τη διατήρηση, διαφύλαξη και χρηστή διαχείριση ενός μνημείου. Η τελική πρόταση των κρατών μελών για ένταξη μνημείων στον κατάλογο της UNESCO θα πρέπει να υποστηρίζεται από ισχυρό ιστορικό απορρόφησης κονδυλίων και πραγματοποίησης επενδύσεων στην υπό ένταξη περιοχή. Με αυτόν τον τρόπο θα γίνεται σαφής η σύνδεση της κοινωνίας με το μνημείο και, παράλληλα, θα πιστοποιείται το ενδιαφέρον και η σημασία που δίνει η τοπική κοινωνία στο μνημείο, την ταυτότητά του, τον χαρακτήρα του και την ανάγκη για την προστασία και ανάδειξή του.
Τέλος, η έλλειψη δημοσιευμένων μελετών από ελληνικής πλευράς, τόσο για τις επιπτώσεις της εγγραφής στον κατάλογο της UNESCO των χώρων που ήδη έχουν χαρακτηριστεί ως Μνημεία Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς, όσο και για τον πιθανό αντίκτυπο της εγγραφής στον κατάλογο μνημείων των οποίων εκκρεμούν οι υποψηφιότητες, στερούν από τους πολίτες τη δυνατότητα να λάβουν ενημερωμένες αποφάσεις. Εάν, δε, η απουσία τους από τον δημόσιο χώρο σημαίνει πως τέτοιες μελέτες δεν έχουν καταρτιστεί, μια τέτοια παράλειψη θα αποτελούσε σοβαρότατη αστοχία από την πλευρά του ελληνικού κράτους.
Ευχαριστίες
Οι συγγραφείς επιθυμούν να ευχαριστήσουν την κ. Κατερίνα Στιβακτάκη για την ουσιαστική συνεισφορά της στη συλλογή των δεδομένων στα οποία βασίστηκε το παρόν κεφάλαιο.
Βιβλιογραφία
Αυγερινού-Κολώνια, Σ., & Τουφεγγοπούλου, Α. (2012). Ο Σχεδιασμός της Πολιτιστικής Κληρονομιάς με Όρους Βιωσιμότητας Οι Επιπτώσεις του στην Τουριστική Εικόνα και την Ανάπτυξη του Αστικού Χώρου Μέσα από την Εμπειρία της Κέρκυρας. Ανακτήθηκε από: <http://www.citybranding.gr/2012/04/blog-post_25.html> (16.06.2016).
Βαρβαρέσος, Σ., & Σωτηριάδης, Μ. (2002). Τουρισμός και Αναπτυξιακός Σχεδιασμός: Δύο Εμπειρίες στον Ελλαδικό Χώρο: Νομοί Ηρακλείου και Λευκάδας. Ειδικά Θέματα, 3(4), 7–29.
Ελληνική Εθνική Επιτροπή για την UNESCO (2016). Ο Αρχαιολογικός Χώρος των Φιλίππων στα Μνημεία Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς της UNESCO. Ανακτήθηκε από: <https://unesco-hellas.org/2016/07/18/%ce%bf-%ce%b1%cf%81%cf%87%ce%b1%ce%b9%ce%bf%ce%bb%ce%bf%ce%b3%ce%b9%ce%ba%cf%8c%cf%82-%cf%87%cf%8e%cf%81%ce%bf%cf%82-%cf%84%cf%89%ce%bd-%cf%86%ce%b9%ce%bb%ce%af%cf%80%cf%80%cf%89%ce%bd-%cf%83%cf%84/> (21.06.2016).
Κέντρο Συντήρησης και Αρχαιολογίας του Μαυροβουνίου (2016). Σχεδιασμός της Διαχείρισης των Μνημείων Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO – Κατευθυντήριες Γραμμές για την Ανάπτυξη, Υλοποίηση και Παρακολούθηση των Σχεδίων Διαχείρισης. Ανακτήθηκε από: <http://www.expoaus.org/upload/novosti/publication_expoaus_grcka_web_11170.pdf> (18.08.2016).
Κριτσωτάκης, Α. (2015). Αποκλειστικό: Έτσι θα Ενταχθούν στον Κατάλογο της UNESCO Κνωσσός, Φαιστός και Κρητική Παραδοσιακή Διατροφή. Ανακτήθηκε από: <http://www.creteplus.gr/news/apokleistiko-etsi-tha-entaxthoun-ston-katalogo-tis-unesco-knosos-faistos-kai-kritiki-paradosiaki-diatrofi-123764.html> (16.07.2016).
Μυρίλλα, Δ. (2011). Παγκόσμια Μνημεία, Ελληνικά Προβλήματα. Ελευθεροτυπία. Ανακτήθηκε από: <http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=254560> (28.08.2016).
Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Κέρκυρας (2009). Προκαταρκτικό Κείμενο Στρατηγικού Σχεδίου Ανάπτυξης 2008-2020 της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Κέρκυρας. Ανακτήθηκε από: <http://www.kerkyra.gr/portal/images/stratigiko%20sxedio.pdf> (26.08.2016).
Παπαχατζή, Φ. (2014). Παλαιά Πόλη της Κέρκυρας – Μνημείο Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς της UNESCO – Προτάσεις για την Επικαιροποίηση του Σχεδίου Διαχείρισης 2013-2018. Κέρκυρα: CulturePolis.
Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας (Τμήμα Κέρκυρας) (2005). Σχέδιο Διαχείρισης 2006-2012 / Παλιά Πόλη Κέρκυρας. Ανακτήθηκε από: <http://library.tee.gr/digital/ker/ker_m273/ker_m273_contents.htm> (20.08.2016).
Τμήμα Προγραμματισμού και Ανάπτυξης Δήμου Κέρκυρας (2015). Επιχειρησιακό Πρόγραμμα Δήμου Κέρκυρας 2014-2019 – Στρατηγικός Σχεδιασμός. Ανακτήθηκε από:<https://corfu.gr/web/guest/home?p_p_id=bs_documents&p_p_action=1&p_p_state=exclusive&p_p_mode=view&_bs_documents_struts_action=%2Fext%2Fdocuments%2Fget_file&_bs_documents_mainid=16184&_bs_documents_loadaction=view> (28.08.2016).
Aas, C., Ladkin, A., & Fletcher, J. (2015). Stakeholder Collaboration and Heritage Management. Annals of Tourism Research, 32(1), 28-48.
Apostolakis, A., Jaffry, A., Cox, A., & Sizeland, F. (2015). The Role of Authenticity in Successful Destination Branding. Euro-Med Journal of Business, 10(2), 198-213.
Arunachala World Heritage Site Initiative (2015). What are the Advantages of WHS status? Ανακτήθηκεαπό: <https://arunachalawhs.com/about/> (17.08.2016).
Buhalis, D. (2000). Marketing the Competitive Destination of the Future. Tourism Management, 21(1), 97-116.
Cleere, H. (2011). The Impact of World Heritage Listing. Ανακτήθηκε από: <http://openarchive.icomos.org/1209/1/III-1-Article3_Cleere.pdf>(17.08.2016).
Department for Culture, Media and Sport (UK) (2008). World Heritage for the Nation: Identifying, Protecting and Promoting our World Heritage. Ανακτήθηκε από: <https://www.gov.uk/government/uploads/system/uploads/attachment_data/file/78444/whconsultation_engversion.pdf> (19.08.2016).
Hall, R. (1993). A Framework Linking Intangible Resources and Capabilities to Sustainable Competitive Advantage. Strategic Management Journal, 14(8), 607-618.
Hospers, G. J. (2002). Industrial Heritage Tourism and Regional Restructuring in the European Union. European Planning Studies, 10(3), 397-404.
Intergovernmental Committee for the Protection of the World Cultural and Natural Heritage (2015). Operational Guidelines for the Implementation of the World Heritage Convention. Paris: UNESCO World Heritage Centre.
Kayahan, B., & Vanblarcom, B. (2012). Cost Benefit Analysis of UNESCO World Heritage Site Designation in Nova Scotia. Review of Economic Analysis, 4, 247-273.
Keough, E. B. (2011). Heritage in Peril: A Critique of UNESCO’s World Heritage Program. Washington University Global Studies Law Review, 10, 593-615.
Mizuho, A. (2011). World Heritage Listing has its Price. The Japan Times. Ανακτήθηκεαπό: <http://www.japantimes.co.jp/news/2011/10/04/reference/world-heritage-listing-has-its-price/#.V7eybqJk75x> (20.08.2016).
Morris, S. (2015). Reflections on U.S. Nominations to the UNESCO World Heritage List: Past, Present and Future. Ανακτήθηκε από: <http://www.usicomos.org/about/u-s-world-heritage-tentative-list-update-resource-center/world-heritage-reflection/> (22.06.2016).
Norman, K. (2011). Should the UK be Nominating More World Heritage Sites?Present Pasts, 3(2), 72-79.
Ord, C. (2011). Seven UNESCO World Heritage All-Stars and Alternatives. Ανακτήθηκε από: <http://www.thetravelword.com/2011/12/12/seven-unesco-world-heritage-all-stars-and-alternatives/> (18.08.2016).
Pedersen, A. (2002). UNESCO, Managing Tourism at World Heritage Sites: A Practical Manual for World Heritage Managers. Paris: UNESCO World Heritage Centre.
PricewaterhouseCoopers LLP (2007). The Costs and Benefits of World Heritage Site Status in the UK, Full Report. Ανακτήθηκε από: <https://www.gov.uk/government/uploads/system/uploads/attachment_data/file/78452/PwC_fullreport.pdf> (19.08.2016).
Richards, G., & Wilson, J. (2006). Developing creativity in tourist experiences: A solution to the serial reproduction of culture? Tourism Management, 27(6), 1209-1223.
Santagata, W. (2002). Cultural Districts, Property Rights and Sustainable Economic Growth. International Journal of Urban and Regional Research, 26(1), 9-23.
Spilanis, I., &Vayanni, H. (2004). Sustainable Tourism: Utopia or Necessity? The Role of the Forms of Tourism in the Aegean Islands. In B. Bramwell (Ed.), Coastal Mass Tourism: Diversification and Sustainable Development in Southern Europe (pp. 269-291). Clevedon: Channel View Publications.
Stamboulis, Y., &Skayannis, P. (2003). Innovation Strategies and Technology for Experience-Based Tourism. Tourism Management, 24(1), 35-43.
Steiner, L., & Frey, B. (2012). Correcting the Imbalance of the World Heritage List: Did the UNESCO Strategy Works? Journal of International Organisational Studies, 3(1), 25-40.
UNESCO (1972). ParisConvention. Ανακτήθηκεαπό: <http://whc.unesco.org/archive/convention-en.pdf> (17.08.2016).
UNESCO (1996). The Trulli of Alberobello. Ανακτήθηκε από: <http://whc.unesco.org/en/list/787> (20.08.2016).
UNESCO (2008). Sustainable Tourism and the Preservation of the World Heritage Site of the Ifugao Rice Terraces Philippines. Ανακτήθηκε από: <http://whc.unesco.org/en/activities/582/> (19.08.2016).
UNESCO (2012a). IntroducingUNESCO. Ανακτήθηκεαπό: <http://en.unesco.org/about-us/introducing-unesco> (21.06.2016).
UNESCO (2012b). Old Town of Lijiang. Ανακτήθηκε από: <http://whc.unesco.org/en/list/811> (17.08.2016).
UNESCO (2014). TentativeLists, Greece. Ανακτήθηκεαπό: <http://whc.unesco.org/en/tentativelists/state=gr> (21.06.2016).
UNESCO (2016). WorldHeritageList. Ανακτήθηκεαπό: <http://whc.unesco.org/en/list/1517> (14.08.2016).
UNESCO (χ.χ.). Operational Guidelines. Ανακτήθηκε από: <http://whc.unesco.org/en/guidelines/> (17.08.2016).
Weiner, D. (2012). Organic, Incremental and Induced Paths to Sustainable Mass Tourism Convergence. Tourism Management, 33(5), 1030-1037.
[Χρονοκάψουλα] Πρώτη δημοσίευση στο βιβλίο «Διεθνές Γίγνεσθαι και Πολιτισμός» (επιμ. Μαρία Κοντοχρήστου), εκδόσεις Ι. Σιδέρης (2018).
φσδφσδφσδφσδφσδφσδφσδφσδφσδφσδφσδφσδφσδφσδφσδφσδφσδφσδφσδφσδφσδφσδφσδφσδφσδφσδφσδφσδφσδφσδφσδφσδφσδφσδφσδφσδφσδφσδφσδφσδ
ASDASDASDASDASDASDASDASDASDASDASDASDASDASD
bcvbcvbcvbcvjiyuiitjmjhlljkppawqdadzczvvgfhfghdgdghkbcvbcvbcvbcvjiyuiitjmjhlljkppawqdadzczvvgfhfghdgdghk12314323423423423423423423423423423423423423
bcvbcvbcvbcvjiyuiitjmjhlljkppawqdadzczvvgfhfghdgdghkbcvbcvbcvbcvjiyuiitjmjhlljkppawqdadzczvvgfhfghdgdghk
γδφγσδφγδφγδφγδφσγφδγδφγδφγδφγδφσγφδγδφγφδγγδφγσδφγδφγδφγδφσγφδγδφγδφγδφγδφσγφδγδφγφδγγδφγσδφγδφγδφγδφσγφδγδφγδφγδφγδφσγφδγδφγφδγ
γδφγσδφγδφγδφγδφσγφδγδφγδφγδφγδφσγφδγδφγφδγγδφγσδφγδφγδφγδφσγφδγδφγδφγδφγδφσγφδγδφγφδγγδφγσδφγδφγδφγδφσγφδγδφγδφγδφγδφσγφδγδφγφδγγδφγσδφγδφγδφγδφσγφδγδφγδφγδφγδφσγφδγδφγφδγγδφγσδφγδφγδφγδφσγφδγδφγδφγδφγδφσγφδγδφγφδγ
Πολυ ωραίο!!
Γεια σας, τι κάνετε?
Είμαστε καλά, εσείς πως είστε?