Διεθνές Γίγνεσθαι Και Πολιτισμός Προκλήσεις Και Πολιτικές – Κεφάλαιο 8

Η πολιτιστική διπλωματία μπορεί να θεωρείται σήμερα μια σχετικά σύγχρονη μορφή «εξωτερικής πολιτικής», εκδήλωση «ήπιας μορφής ισχύος», έκφανση της «δημόσιας διπλωματίας», ωστόσο είναι τόσο παλιά, όσο και οι διεθνείς σχέσεις. Από την αρχαιότητα, την εποχή του Μεγάλου Αλεξάνδρου, του Βυζαντίου, της Αναγέννησης και της αποικιοκρατίας, την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου μέχρι και σήμερα, την εποχή της προχωρημένης παγκοσμιοποίησης και του θρησκευτικού φονταμενταλισμού, η άσκηση πολιτιστικής διπλωματίας χρήζει ζωτικής σημασίας τόσο για τη λειτουργία του κράτους, όσο και για τη σταθερότητα της διεθνούς κοινωνίας εν γένει

Εξωτερική Πολιτιστική Πολιτική και Πολιτιστική Διπλωματία.
Η Περίπτωση της Ελλάδας


Εισαγωγή

Η πολιτιστική διπλωματία μπορεί να θεωρείται σήμερα μια σχετικά σύγχρονη μορφή «εξωτερικής πολιτικής», εκδήλωση «ήπιας μορφής ισχύος», έκφανση της «δημόσιας διπλωματίας», ωστόσο είναι τόσο παλιά, όσο και οι διεθνείς σχέσεις. Από την αρχαιότητα, την εποχή του Μεγάλου Αλεξάνδρου, του Βυζαντίου, της Αναγέννησης και της αποικιοκρατίας, την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου μέχρι και σήμερα, την εποχή της προχωρημένης παγκοσμιοποίησης και του θρησκευτικού φονταμενταλισμού, η άσκηση πολιτιστικής διπλωματίας χρήζει ζωτικής σημασίας τόσο για τη λειτουργία του κράτους, όσο και για τη σταθερότητα της διεθνούς κοινωνίας εν γένει. Ειδικότερα, η αξιοποίηση του πολιτισμού και δη της πολιτιστικής διπλωματίας, στο πλαίσιο των διεθνών σχέσεων, αποτέλεσε διαχρονικά και κατά κύριο λόγο α. μέσο γνωριμίας του πολιτισμού και της κουλτούρας των λαών και συνακόλουθα εξοικείωσης μεταξύ αυτών, β. συντελεστή άμβλυνσης διαφορών, αποδόμησης στερεοτύπων και διαμορφωτή συνθηκών αλληλοκατανόησης, γ. παράγοντα επίτευξης αμοιβαίας εμπιστοσύνης και κατ’ επέκταση συνθήκη για την ευόδωση οικονομικών, πολιτικών, εμπορικών, διακρατικών σχέσεων, καθώς και την αποφυγή των συγκρούσεων, δ. εργαλείο πολιτισμικής διείσδυσης και προβολής της εικόνας των κρατών, με στόχο την πραγμάτωση εθνικών επιδιώξεων και μακροπρόθεσμων πολιτικών, ε. μέσο διαλόγου και πολιτιστικής διακυβέρνησης, σε διεθνές επίπεδο και ειδικότερα στο πλαίσιο διεθνών οργανισμών, με σκοπό τη διασφάλιση της ειρήνης και της σταθερότητας. Οι βασικές αρχές στις οποίες εδράζεται η έννοια της πολιτιστικής διπλωματίας είναι:
α. σεβασμός και αναγνώριση της πολιτιστικής διαφορετικότητας και της πολιτιστικής κληρονομιάς,
β. παγκόσμιος διαπολιτισμικός διάλογος,
γ. δικαιοσύνη, ισότητα και αλληλεξάρτηση,
δ. προστασία των ανθρώπινων δικαιωμάτων,
ε. παγκόσμια ειρήνη και σταθερότητα (ICD, 2017).

Τα οφέλη και τα αποτελέσματα της πολιτιστικής διπλωματίας για ένα κράτος είναι εμφανή σε διάφορους τομείς, όπως α. της πολιτικής και των διακρατικών σχέσεων (ενίσχυση των εθνικών θέσεων, βελτίωση του κύρους και γοήτρου μιας χώρας, σύσφιξη σχέσεων, επιρροή στο διεθνές γίγνεσθαι κ.ά.), β. της οικονομίας (ενίσχυση του τουρισμού και των εμπορικών σχέσεων, της πολιτιστικής παραγωγής), αλλά και γ. του πολιτισμού (αύξηση της προσφοράς και ζήτησης πολιτιστικών αγαθών, βελτίωση της ποιότητας των παρεχόμενων υπηρεσιών, ευαισθητοποίηση του κοινού και ενίσχυση της συμμετοχής του στην πολιτιστική ζωή, προβολή των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών και εξοικείωση με την κουλτούρα κάθε λαού, προστασία και ανάδειξη της πολιτιστικής κληρονομιάς, βελτίωση της ποιότητας ζωής και των κοινωνικών σχέσεων). Ειδικότερα στη σημερινή εποχή, η άσκηση πολιτιστικής διπλωματίας μπορεί να αντικρούσει τα στερεότυπα και τις προκαταλήψεις, ευνοώντας τον διάλογο, την ευρύτητα πνεύματος, την αξιοπρέπεια και τον αμοιβαίο σεβασμό. Στη βάση αυτή δρομολογείται η πρόληψη συγκρούσεων και αντιμετωπίζονται οι παγκόσμιες προκλήσεις, όπως η ένταξη των προσφύγων, η αντιμετώπιση της βίαιης ριζοσπαστικοποίησης και η προστασία της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς.
Αναμφίβολα, η Ελλάδα διαθέτει ένα συγκριτικό πλεονέκτημα για την άσκηση της πολιτιστικής διπλωματίας, καθώς το όνομά της είναι παγκοσμίως γνωστό και συνυφασμένο με αίγλη και κύρος, κυρίως λόγω του κλασικού αρχαιοελληνικού πολιτισμού (Γιανναράς, 2001, σελ. 49), αλλά όχι μόνο. Πώς μια χώρα, λοιπόν, όπως η Ελλάδα, που έχει θεωρηθεί από τη διεθνή κοινότητα ως συνεχιστής της αρχαίας ελληνικής και βυζαντινής παράδοσης, ο τόπος όπου γεννήθηκε η δημοκρατία και έχει να επιδείξει αξιοσημείωτα επιτεύγματα σύγχρονης καλλιτεχνικής δημιουργίας, έχει αξιοποιήσει το πολιτισμικό της απόθεμα, στο πλαίσιο των διεθνών σχέσεων και τι, εν τέλει, έχει πετύχει; Ειδικότερα, πώς αξιοποιούνται οι πολιτισμικοί πόροι μιας χώρας που βιώνει μια μακροχρόνια περίοδο οικονομικού αδιεξόδου και αντανακλά σε διεθνές επίπεδο μια καταρρακωμένη εικόνα; Τελικά η πολιτιστική διπλωματία μπορεί να αποτελέσει μέρος της πρότασης μιας σύγχρονης και αποτελεσματικής πολιτιστικής πολιτικής, όπου η αξιοποίηση του πολιτισμικού φορτίου θα αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη και την εκτίμηση στο πρόσωπο της Ελλάδας και θα δημιουργήσει δεσμούς αλληλεγγύης και κατανόησης; Και αν ναι, πώς μπορεί να γίνει και τι είναι τελικά αυτό που εμποδίζει;
Το κεφάλαιο εξετάζει τα παραπάνω ερωτήματα. Αρχικά γίνεται μια συζήτηση που αφορά στον ορισμό και τις διαστάσεις της πολιτιστικής διπλωματίας, ενώ το υπόλοιπο κεφάλαιο εστιάζει α. στην ελληνική πολιτιστική διπλωματία, επισκοπώντας διαχρονικά το περιεχόμενο και την κατεύθυνση αυτής, β. στην παρουσίαση των βασικών φορέων χάραξης εξωτερικής πολιτιστικής πολιτικής και άσκησης πολιτιστικής διπλωματίας, φωτογραφίζοντας τη διοικητική διάρθρωση και το θεσμικό πλαίσιο και καταδεικνύοντας τους βασικούς άξονες πολιτικής. Τα ευρήματα από την ανάλυση αποτελούν εφαλτήριο παράθεσης σκέψεων και προτάσεων για την αξιοποίηση του ελληνικού πολιτισμού ως αποτελεσματικού μέσου άσκησης ήπιας ισχύος, ικανού να διαμορφώσει μια δυναμική και αξιόπιστη εικόνας της Ελλάδος στο εξωτερικό και να συμβάλει στην αποτελμάτωση της χώρας από την οικονομική και κυρίως πολιτισμική κρίση.

Πολιτιστική διπλωματία: ιστορική εξέλιξη και εννοιολογικές αποσαφηνίσεις

Η πολιτιστική διπλωματία αποτελεί μέσο άσκησης της εξωτερικής πολιτιστικής πολιτικής, με την τελευταία να αναφέρεται «στον επιτελικό σχεδιασμό ενός κράτους, με σκοπό την αξιοποίηση του πνευματικού και πολιτιστικού αποθέματος της χώρας προς όφελος της προβολής των θέσεών της στο διεθνές σύστημα, τη διαμόρφωση θετικής εικόνας στη διεθνή κοινή γνώμη και την εδραίωση σχέσεων κατανόησης μεταξύ των λαών» (Τζανάκης 2015, Κοσμίδου 2000). Ειδικότερα, η πολιτιστική διπλωματία, στις διάφορες εκφάνσεις της, αποτέλεσε ένα από τα πιο χαρακτηριστικά εργαλεία δημόσιας διπλωματίας (Snow & Taylor, 2009) και μέσο άσκησης «ήπιας ισχύος» (Nye, 2004, σελ. 8), στο πλαίσιο των διεθνών σχέσεων διαχρονικά. Από την ελληνική αρχαιότητα, η προβολή των πνευματικών επιτευγμάτων της πόλης κράτους, της χαρακτηριστικής μορφής πολιτειακής συγκρότησης της εποχής, συνιστά μια πρακτική που αποτυπώθηκε με πολύ χαρακτηριστικό τρόπο στον Επιτάφιο του Θουκυδίδη και την παρουσίαση του μεγαλείου της πόλης των Αθηνών (Θουκυδίδης, χ.χ.). Στη συνέχεια, μολονότι η γεωπολιτική σύσταση της Μεσογείου αλλάζει με τη συγκρότηση της Αυτοκρατορίας του Μεγάλου Αλεξάνδρου και της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, ο πολιτισμός χρησιμοποιείται ως «μέσο άσκησης ήπιας επιβολής ισχύος» και ως εργαλείο διατήρησης της «επικυριαρχίας με ειρηνικά μέσα» (Βασιλειάδης, 2015, σελ. 7). Ένα ακόμη χαρακτηριστικό παράδειγμα συνιστά η βυζαντινή πρακτική της «εξαγωγής» πολιτισμικών προτύπων, είτε με την προώθηση της διάδοσης της χριστιανικής θρησκείας αρχικά είτε μέσω της συμβολής των λογίων της Αυτοκρατορίας στην κωδικοποίηση των γλωσσικών συμβόλων των σλαβόφωνων γειτονικών λαών (Delikalietal, 2015).
Περνώντας στη σύγχρονη εποχή, η πρακτική της προβολής των πολιτιστικών επιτευγμάτων αρχικά των μεγάλων δυνάμεων συνεχίστηκε τόσο κατά τη διάρκεια της αποικιοκρατίας (Βασιλειάδης, 2015, σελ. 17), όσο και στο πλαίσιο του Ψυχρού Πολέμου, ως εργαλείο προώθησης της δημόσιας εικόνας των δύο κοινωνικών συστημάτων, που θεμελιώνονταν στην ιδεολογία του πολιτικού και οικονομικού φιλελευθερισμού στη Δύση και του υπαρκτού σοσιαλισμού στην Ανατολή (Finn, 2003, Prevots, 1998, Fayet, 2013, Magnúsdóttir, 2013). Με τη λήξη του Ψυχρού Πολέμου, η χρήση της πολιτιστικής διπλωματίας ως εργαλείου εξωτερικής πολιτικής διευρύνεται και εξειδικεύεται ως προς τις διαφορετικές εκφάνσεις του πολιτισμικού φαινομένου. Τις τελευταίες δεκαετίες, μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου, την ενίσχυση του θρησκευτικού εξτρεμισμού και την ανάδυση του ISIS, παρατηρείται μια «διεθνοποίηση» του περιεχομένου της πολιτιστικής διπλωματίας των κρατών, μέσω της προώθησης, με συστηματικό τρόπο, του διαπολιτισμικού διαλόγου ως θεμελίου της ειρηνικής συνύπαρξης των λαών. Τέλος, η υιοθέτηση των Στόχων Βιώσιμης Ανάπτυξης των Ηνωμένων Εθνών, στους οποίους το σύνολο των πολιτισμών αναγνωρίζεται ως «κρίσιμος καταλύτης» της βιώσιμης ανάπτυξης, δημιουργεί νέες προοπτικές για την πολιτιστική διπλωματία (United Nations, 2015).
Ο ορισμός της πολιτιστικής διπλωματίας συνιστά ένα εγχείρημα δύσκολο, καθώς, όπως συνάγεται και από τη σύντομη ιστορική αναδρομή που προηγήθηκε, διαφορετικές εκφάνσεις της συγκεκριμένης πρακτικής έχουν συνδεθεί με την πολιτική προπαγάνδα (Armstrong, 2009, σελ. 66), την πολιτισμική ηγεμονία (Topić & Siortino, 2012), τον πολιτισμικό ιμπεριαλισμό (Said, 1993) ή την πολιτιστική ηγεσία (Hoyle, 2014, British Council, χ.χ., European Commission, 2016, σελ. 13). Αν σταχυολογούσε κανείς τα κοινά χαρακτηριστικά τόσο σε επίπεδο οντολογίας, όσο και πρακτικής μέσα στον χρόνο, θα μπορούσε να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η πολιτιστική διπλωματία, ως μέσο άσκησης της εξωτερικής πολιτιστικής πολιτικής των κρατών, στοχεύει στην «άσκηση θεμιτής επιρροής μέσα από την οδό του πολιτισμού» (Βασιλειάδης, 2015, σελ. 15), μέσω της οποίας επιδιώκεται, αφενός, η βελτίωση της δημόσιας εικόνας μιας χώρας στο εξωτερικό, με την προβολή πολιτισμικών προτύπων «πανανθρώπινης εμβέλειας» (Γιανναράς, 2001, σελ. 33), και, αφετέρου, η εξυπηρέτηση ειδικότερων στόχων της εξωτερικής πολιτιστικής πολιτικής (σύναψη συμφωνιών, διατήρηση σχέσεων με τη διασπορά κοκ). Και στις δύο περιπτώσεις, η πολιτιστική διπλωματία στοχεύει στη δημιουργία θετικών προσανατολισμών στις κυβερνήσεις και τις κοινωνίες τρίτων κρατών για μια συγκεκριμένη χώρα, επιτρέποντάς της να ασκήσει θετική επιρροή για την ευόδωση των πολιτικών και οικονομικών συμφερόντων της, χωρίς τη χρήση των παραδοσιακών εκφάνσεων της ισχύος και του κόστους που αυτές επιφέρουν (Νye, 2004).
Όσον αφορά στην άσκηση της πολιτιστικής διπλωματίας, παραδοσιακά τα κράτη είναι οι φορείς εκείνοι που την ασκούν. Η θεσμική οργάνωση και τα εργαλεία πολιτικής διαμορφώνονται βάσει του προτύπου και της φιλοσοφίας οργάνωσης της εκάστοτε πολιτείας. Σε κράτη που χαρακτηρίζονται από συγκεντρωτικές πολιτικές δομές, η κεντρική διοίκηση είναι εκείνη που ασκεί τις σχετικές αρμοδιότητες (όπως στην περίπτωση της Γαλλίας και της Ελλάδας), ενώ στα ομοσπονδιακά κράτη παρατηρείται μεγαλύτερος βαθμός αποκέντρωσης αρμοδιοτήτων (με πολύ χαρακτηριστικό το παράδειγμα του Καναδά, όπου η γαλλόφωνη περιοχή του Κεμπέκ ασκεί τη δική της εξωτερική πολιτιστική πολιτική) (Mark, 2010).
Η συζήτηση περί πολιτιστικής διπλωματίας δεν θα μπορούσε να μην περιλαμβάνει αναφορές στον ρόλο των διεθνών οργανισμών που δρουν στον χώρο του πολιτισμού. Με τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, πραγματοποιείται σταδιακά μια διεύρυνση του πεδίου άσκησης της πολιτιστικής διπλωματίας, παράλληλα με την εξέλιξη του φαινομένου της διεθνούς οργάνωσης. Η διεύρυνση αυτή έχει χαρακτήρα διττό: από τη μια μεριά τα κράτη ασκούν πολιτιστική διπλωματία όχι μόνο σε διμερές επίπεδο, αλλά και σε πολυμερές, στο πλαίσιο των οργανισμών οικουμενικής και περιφερειακής εμβέλειας. Τα κράτη, δηλαδή, αξιοποιούν τη συμμετοχή τους στους διεθνείς θεσμούς για την προώθηση α. της δημόσιας εικόνας τους μέσω της προβολής των πολιτιστικών επιτευγμάτων τους, β. των πολιτιστικών προϊόντων και υπηρεσιών τους μέσω πολυμερών συμφωνιών ή νομοθεσίας που υιοθετείται στο πλαίσιο των εν λόγω θεσμών, γ. ενός κοινού αξιακού πλαισίου μεταξύ των κρατών μελών του οργανισμού μέσα από την προώθηση του διαπολιτισμικού διαλόγου, της κατανόησης μεταξύ των λαών, της άμβλυνσης των διαφοροποιήσεων ανάμεσα στις εθνικές πολιτικές.
Από την άλλη πλευρά, οι ίδιοι οι θεσμοί αυτοί ασκούν τη δική τους πολιτική στον χώρο του πολιτισμού μέσα από α. τη δημιουργία προτύπων συμπεριφοράς, β. την παρακολούθηση της εφαρμογής των υποχρεώσεων, καθώς και την προσαρμογή στις νέες προκλήσεις που αναδύονται από τα όργανα που λειτουργούν αφενός στο πλαίσιο των διαφορετικών συμβάσεων, όσο και από τους ίδιους τους θεσμούς των διεθνών οργανισμών, γ. την επιχειρησιακή δράση μέσω της κινητοποίησης μόνιμων ή ad hoc μηχανισμών για τη διαχείριση μιας κατάστασης, δ. τις εξωτερικές σχέσεις των οργανισμών.

Ελληνική πολιτιστική πολιτική και πολιτιστική διπλωματία

Η ίδρυση του Υπουργείου Πολιτισμού και Επιστημών το 1971 σηματοδοτεί μια νέα φάση στη διαχείριση του πολιτισμού στην Ελλάδα, θέτοντας το σύνολο των πολιτιστικών τομέων και οργανισμών υπό την εποπτεία ενός κεντρικού φορέα και σκιαγραφώντας το πλαίσιο απαρχής μιας συστηματικής και οργανωμένης κρατικής παρέμβασης. Ειδικότερα, η άσκηση κρατικής πολιτικής μετά τη μεταπολίτευση και σταδιακά φαίνεται να λαμβάνει υπόψη τη σημασία του πολιτισμού στην ανάπτυξη της χώρας και να αναγνωρίζει τη σπουδαιότητα αυτού ως βασική συνιστώσα στην κοινωνικο-οικονομική λειτουργία τόσο σε εθνικό, όσο και σε διεθνές επίπεδο.
Η ένταξη της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα την 1η Ιανουαρίου 1981 καθορίζει την αρχή μιας νέας πορείας για τη χώρα και αποδεικνύει ότι η αξιοποίηση του πολιτισμικού φορτίου μπορεί να συμβάλει στις εθνικές επιδιώξεις της. Η Ελλάδα επιστρατεύει, μεταξύ των άλλων, την πνευματική και πολιτιστική κληρονομιά της, τη συμβολή αυτής στον ευρωπαϊκό πολιτισμό και τη σημασία της για την ανάπτυξη ευρύτερων οικονομικών και πολιτιστικών σχέσεων με τον βαλκανικό και μεσογειακό χώρο. σε μία πρώιμη, ωστόσο αποτελεσματική, μορφή άσκησης πολιτιστικής διπλωματίας. Παράλληλα, σημαντικό ρόλο εξακολουθούν να διαδραματίζουν στην άσκηση πολιτιστικής διπλωματίας οι «άτυποι πολιτιστικοί πρεσβευτές», παρουσίες διεθνούς εμβέλειας, όπως οι Ελύτης, Θεοδωράκης, Χατζιδάκις, Μούσχουρη, Ρούσσος, Τσαρούχης, Μερκούρη, ενώ η πνευματική και πολιτισμική παρακαταθήκη των Σεφέρη, Παξινού, Κάλλας λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής εθνικού κύρους και αναγνώρισης για την Ελλάδα στη διεθνή σκηνή.
Στη δεκαετία του ’80, κυριαρχεί το αίτημα για πολιτιστική ανάπτυξη και αναγέννηση, αξιοποίηση των εθνικών λαϊκών παραδόσεων, συμμετοχής του λαού στην πολιτιστική εξέλιξη. Το πενταετές πρόγραμμα 1983-1987 δίνει ιδιαίτερη σημασία στη διεθνή προβολή των αξιών του ελληνικού πολιτισμού, με την προβολή της ενότητας και της συνέχειάς του, τη διεύρυνση των μορφωτικών σχέσεων και ανταλλαγών με την παγκόσμια κοινότητα και με τους διεθνείς οργανισμούς. Επίσης, προβλέπει στενή συνεργασία με τον απόδημο ελληνισμό, αύξηση των θέσεων μορφωτικών ακολούθων, με τη δημιουργία μόνιμων ελληνικών πολιτιστικών κέντρων και με την ενίσχυση των εδρών και των νεοελληνικών σπουδών σε πανεπιστήμια του εξωτερικού (ΚΕΠΕ, 1992, σελ. 52). Ουσιαστικά γίνεται για πρώτη φορά εκτενής λόγος για την εξωτερική πολιτιστική πολιτική, τις διεθνείς σχέσεις και τον πολιτισμό. Η συμμετοχή της Ελλάδας στο πρόγραμμα Πολιτιστικές Πρωτεύουσες της Ευρώπης και οι εκδηλώσεις που έγιναν στο πλαίσιο της «Αθήνας-Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης», η πραγματοποίηση εκδηλώσεων υπό την αιγίδα του Υπουργείου Πολιτισμού, Εξωτερικών, Γενικής Γραμματείας Απόδημου Ελληνισμού και ΕΟΤ, με σκοπό την προβολή της Ελλάδος και του Πολιτισμού της (όπως «Από το Βυζάντιο στον El Greco,» Αγγλία, «Από τον μύθο στον λόγο», Γερμανία, «Ελλάδα και Θάλασσα», Άμστερνταμ, «Ελληνικές Φωνές», ΗΠΑ), η παρουσία της χώρας σε διεθνείς οργανισμούς (UNESCO, Συμβούλιο της Ευρώπης) (ΚΕΠΕ, 1992, σελ. 53), η προώθηση σε διεθνές επίπεδο ζητημάτων που άπτονταν της προστασίας και της κατοχής της πολιτισμικής κληρονομιάς και φυσικά ο εθνικός στόχος για την επιστροφή των Μαρμάρων του Παρθενώνα αποτελούν κάποιες από τις παραμέτρους άσκησης της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής εκείνης της περιόδου. Το πρόγραμμα 1988-1992, το οποίο κινήθηκε στους στόχους του προηγούμενου, εστίαζε στον τομέα του πολιτισμού, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στις διεθνείς σχέσεις και στην προβολή της καλλιτεχνικής δημιουργίας στο εξωτερικό (ΚΕΠΕ, 1992, σελ. 98).
Στη δεκαετία του ’90, οι κοινωνικο-οικονομικές αλλαγές που συντελούνται τόσο διεθνώς, όσο και στον ελλαδικό χώρο επηρεάζουν τον τομέα του πολιτισμού και διαμορφώνουν μια νέα αντίληψη για τον ρόλο του. Ο πολιτισμός αποτελεί πλέον βασικό παράγοντα της οικονομικής δραστηριότητας, ενώ αναγνωρίζεται η συμβολή του στην επίτευξη της κοινωνικής συνοχής (Μπιτσάνη, 2004, Κόνσολα, 2006). Οι στόχοι της εξωτερικής πολιτικής της Ελλάδος στο πεδίο του πολιτισμού παραμένουν, σε γενικές γραμμές, οι ίδιοι με της προηγούμενης δεκαετίας, ενώ η έννοια της εξωτερικής πολιτιστικής πολιτικής και εκείνη της πολιτιστικής διπλωματίας αρχίζει και γίνεται πιο αισθητή στις δηλώσεις πολιτικών προσώπων. Παράλληλα, παρατηρείται η δημιουργία θεσμών, η πιο ενεργή συμμετοχή σε διεθνείς διοργανώσεις και γενικότερα μια εξωστρέφεια. Το 1997 οργανώνεται ημερίδα στο ΥΠΕΞ με θέμα «Εξωτερική Πολιτιστική Πολιτική και Πολιτιστική Διπλωματία», η Θεσσαλονίκη γίνεται Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης και η Ελλάδα ορίζεται ως η χώρα που θα διοργανώσει τους Ολυμπιακούς Αγώνες το 2004, έχοντας ως σημαντικό χαρτί στο φάκελο υποψηφιότητάς της και τον θεσμό της Πολιτιστικής Ολυμπιάδας. Η Πολιτιστική Ολυμπιάδα 2001-2004 έφερε στο προσκήνιο τον ελληνικό πολιτισμό σε εθνικό και παγκόσμιο επίπεδο, δίνοντας μια μοναδική ομολογουμένως ευκαιρία στην Ελλάδα άσκησης πολιτιστικής διπλωματίας και συνακόλουθα δυνατότητας να προβληθεί διεθνώς και να προκριθεί στον διεθνή στίβο με πολλαπλά οφέλη. Ο θεσμός της Πολιτιστικής Ολυμπιάδας σκόπευε να αποτελέσει μια διεθνή γέφυρα επικοινωνίας, αλληλοκατανόησης και ειρήνης μεταξύ των λαών και να προωθήσει το μήνυμα της οικουμενικότητας του πολιτισμού «Για έναν Πολιτισμό των Πολιτισμών» (Υπουργείο Πολιτισμού, Πολιτιστική Ολυμπιάδα 2001-2004). Κατά τους Ολυμπιακούς Αγώνες τα πολιτιστικά γεγονότα μεγάλης επικοινωνιακής εμβέλειας και τα πολιτιστικά δρώμενα διεθνούς βεληνεκούς και γενικότερα οι πολιτιστικές εκδηλώσεις που έλαβαν χώρα τόσο στην Ελλάδα, όσο και στο εξωτερικό αποτέλεσαν σημεία αναφοράς της παγκόσμιας προβολής του ελληνικού πολιτισμού. Η διεξαγωγή των Ολυμπιακών Αγώνων συνετέλεσε στη βελτίωση των υφιστάμενων πολιτιστικών υποδομών, την αναβάθμιση των πολιτιστικών γεγονότων, τη σύναψη διεθνών συνεργασιών, αφήνοντας μια σημαντική παρακαταθήκη για την Ελλάδα (Dallas, 2007).
Στα χρόνια που ακολούθησαν, η Ελλάδα συνέχισε να εκδηλώνει μία εξωστρέφεια, συμμετέχοντας στα διεθνή πολιτιστικά δρώμενα, μέσω θεσμοθετημένων δράσεων και να προβάλλει τα επιτεύγματά της στον τομέα του πολιτισμού (π.χ., biennale, διεθνείς εκθέσεις βιβλίου κ.ά.), να φιλοξενεί μεγάλα πολιτιστικά γεγονότα (όπως τη Eurovision, Πάτρα Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης), να προβάλλει εμβληματικούς θεσμούς (Κλασικός-Αυθεντικός Μαραθώνιος της Αθήνας), παροπλίζοντας, ωστόσο, άλλους (όπως την Πολιτιστική Ολυμπιάδα), να συμμετέχει σε διεθνείς οργανισμούς και να παρακολουθεί τις πολιτικές που προτάσσονται σε διεθνές και ευρωπαϊκό επίπεδο (βλ. UNESCO, Εφαρμογή Σύμβασης για την Άυλη Πολιτιστική Kληρονομιά, εδραίωση της διεθνούς συνεργασίας για την επιστροφή των αρχαιοτήτων που εξήχθησαν παράνομα από τη χώρα, Ευρωπαϊκό Έτος Διαπολιτισμικού Διαλόγου, Έτος Δημιουργικότητας), άλλοτε με συνέπεια και άλλοτε με ολιγωρία, αναξιοκρατία και διοικητική ανεπάρκεια. Γενικά, η Ελλάδα από τις αρχές του 2000, αλλά και νωρίτερα, από τη δεκαετία του ’90, ωστόσο πιο περιορισμένα, δείχνει να αφουγκράζεται πιο συστηματικά τις προκλήσεις της σύγχρονης πραγματικότητας, να αξιοποιεί τον πολιτισμό ως μέσο άσκησης ήπιας διπλωματίας και να σχεδιάζει την εξωτερική πολιτιστική πολιτική της με πιο εμφανή τα χαρακτηριστικά της εμπειρίας και της γνώσης.
Το τέλος της δεκαετίας βρίσκει την Ελλάδα απόμακρη από την ευφορία, την εθνική περηφάνια και τη λάμψη των Ολυμπιακών Αγώνων, αδύναμη στο ξέσπασμα της οικονομική κρίσης και αμήχανη να αξιοποιήσει το πολιτισμικό της απόθεμα τόσο εντός, όσο και εκτός των συνόρων. Το 2012, στη γνωστή ως «Λευκή Βίβλο για τον Πολιτισμό», η προβολή και προώθηση της ελληνικής πολιτιστικής δημιουργίας στο εξωτερικό αποτελεί στόχευση της ελληνικής πρότασης πολιτισμού. Ειδικότερα, αναφέρεται ότι «μια πολιτική εξωστρέφειας για τον σύγχρονο πολιτισμό στοχεύει στη σύνδεση του ελληνικού πολιτιστικού πεδίου με τα διεθνή ρεύματα και τεκταινόμενα και συγχρόνως στην ανάδειξη και προβολή της σύγχρονης ελληνικής πολιτιστικής δημιουργίας στη διεθνή σκηνή» (Υπουργείο Πολιτισμού και Τουρισμού, 2012, σελ. 65). Ομοίως και για την Ελλάδα του 2017, η πολιτιστική διπλωματία παραμένει «προτεραιότητα» της πολιτιστικής πολιτικής της, «με την έναρξη ενός δημιουργικού διαλόγου, με βάση την πολιτιστική ισοτιμία, με βάση την αμοιβαιότητα με άλλες χώρες (…)» (Λυδία Κονιόρδου, Υπουργός Πολιτισμού, ΤΟ ΒΗΜΑ, 08.12.2017).
Σήμερα οι βασικοί στόχοι της ελληνικής εξωτερικής πολιτιστικής πολιτικής προσδιορίζονται από παραμέτρους που φαίνεται να είναι σταθερές διαχρονικά, όπως η γεωπολιτική θέση της Ελλάδας, η πνευματική και η πολιτισμική κληρονομιά, που την καθιστά λίκνο του ευρωπαϊκού πολιτισμού και σημείο αναφοράς του παγκόσμιου, η παρουσία της Ελλάδας ως θεματοφύλακα της ελληνορθόδοξης κληρονομιάς ανά τον κόσμο, η ύπαρξη ενός δημιουργικού και καινοτόμου ομογενειακού δυναμικού που συνδέεται με το εθνικό κέντρο (Χριστογιάννης 2002, 20-21, Τζανάκης, 2015, 43-45). Ειδικότερα, οι προτεραιότητες άσκησης της πολιτιστικής διπλωματίας διαμορφώνονται σε έναν βαθμό από την οικονομική κρίση, την ανάγκη αποκατάστασης της αρνητικής εικόνας της χώρας στο εξωτερικό, την αλλαγή των πολιτικών ισορροπιών, ενώ, ταυτόχρονα, τόσο στον ακαδημαϊκό, όσο και στον πολιτικό λόγο κυριαρχούν έννοιες όπως εθνική ταυτότητα, πολιτισμική ισότητα και πλουραλισμός, σύγκρουση πολιτισμών, διαπολιτισμικός διάλογος.

Άσκηση πολιτιστικής διπλωματίας. Δρώντες και πολιτικές

Τα εμπλεκόμενα υπουργεία στο πεδίο της εξωτερικής πολιτιστικής πολιτικής είναι το Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού (ΥΠΠΟΑ), το Υπουργείο Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων (ΥΠΠΕΘ) και το Υπουργείο Εξωτερικών (ΥΠΕΞ), με το τελευταίο να αποτελεί και τον βασικό φορέα χάραξης εξωτερικής πολιτιστικής πολιτικής. Ειδικότερα, στην αποστολή και στις αρμοδιότητες του ΥΠΕΞ, σύμφωνα με τo άρθρο 5 του Οργανισμού (Ν. 3566/2007, ΦΕΚ Α΄117/05-06-2007), αναφέρονται «η παρακολούθηση των διμερών και διεθνών πολιτικών, οικονομικών, πολιτιστικών και άλλων θεμάτων (…)», «η ανάπτυξη των διεθνών πολιτικών, οικονομικών και πολιτιστικών σχέσεων της Ελλάδας» και «η διεθνής προβολή της Ελλάδας, του ελληνικού πνεύματος και του πολιτισμού». Η «προβολή του Ελληνικού Πολιτισμού παγκοσμίως», αλλά και η «ενθάρρυνση των διεθνών συνεργασιών» για θέματα διαχείρισης και προστασίας της πολιτιστικής κληρονομιάς της Ελλάδας είναι στόχος για το ΥΠΠΟΑ (Άρθρο 1. παρ. 4, Οργανισμός Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού. Προεδρικό Διάταγμα Υπ’ Αριθμ. 104, ΦΕΚ 171Α/28-08-2014). Η δε πολιτιστική διπλωματία αποτελεί προτεραιότητα της εξωτερικής πολιτικής, καθώς «Η Eλλάδα προσδίδει ιδιαίτερη σημασία στην πολιτιστική διπλωματία ως μέσο άσκησης εξωτερικής πολιτικής και προσέγγισης των λαών», ενώ «Η οικουμενικότητα του Ελληνικού Πολιτισμού αποτελεί συνεκτικό ιστό για την αναζήτηση κοινών καταβολών και ιστορικών δεσμών με άλλες χώρες, με τη συμβολή του διαλόγου των πολιτισμών».
Από πλευράς του ΥΠΕΞ, τον συντονισμό στον σχεδιασμό της πολιτιστικής και εκπαιδευτικής πολιτικής στο εξωτερικό ασκεί η Ε1 Διεύθυνση Μορφωτικών και Πολιτιστικών Υποθέσεων, η οποία συνεργάζεται με τη Διεύθυνση Διεθνών Σχέσεων και Ευρωπαϊκής Ένωσης του ΥΠΠΟΑ και τη Διεύθυνση Ευρωπαϊκών και Διεθνών Θεμάτων (Τμήμα Διεθνών Σχέσεων) του ΥΠΠΕΘ, στο πλαίσιο της διαπραγμάτευσης, υπογραφής, παρακολούθησης και εκτέλεσης των Μορφωτικών Συμφωνιών που συνάπτονται με τα ξένα κράτη, καταγράφοντας τη δέσμευση για συνεργασία για τις δράσεις που θα υλοποιηθούν στους τομείς του πολιτισμού, της εκπαίδευσης, της έρευνας (μορφωτικά-πολιτιστικά προγράμματα) κ.ά. (Κωστάκης, 2008). Ειδικότερα, η Διεύθυνση Διεθνών Σχέσεων και Ευρωπαϊκής Ένωσης του ΥΠΠΟΑ, μέσω των τμημάτων της Διεθνών Σχέσεων και Ευρωπαϊκής Ένωσης, αποσκοπεί στην παρακολούθηση, συμμετοχή και προώθηση πολιτιστικών θεμάτων σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο. Στις αρμοδιότητές της, επίσης, εμπίπτουν η σύναψη διμερών συμφωνιών πολιτιστικής συνεργασίας (με τη συμμετοχή και των άλλων δύο προαναφερθέντων υπουργείων), η συνεργασία με τις ξένες διπλωματικές αρχές και τα ξένα πολιτιστικά ιδρύματα στην Ελλάδα, με τις οργανώσεις του απόδημου ελληνισμού, με διεθνείς οργανισμούς, έχοντας ως απώτερο σκοπό τη διαμόρφωση και προώθηση ελληνικών θέσεων και προτάσεων (Άρθρο 6, Οργανισμός Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού. Προεδρικό Διάταγμα Υπ’ Αριθμ. 104, ΦΕΚ 171Α/28-08-2014). Το ΥΠΠΟΑ προτείνει δράσεις και πολιτικές, παρακολουθεί, εφαρμόζει την εξωτερική πολιτιστική πολιτική, στο πλαίσιο των αρχών εξωτερικής πολιτιστικής πολιτικής που προσδιορίζει το ΥΠΕΞ.
Επιπλέον όμως αυτών, που αποτελούν και τους κατ’ αρχήν θεσμικούς φορείς εξωτερικής πολιτιστικής πολιτικής, υπάρχει ένας μεγάλος αριθμός άλλων φορέων που εποπτεύονται από τα παραπάνω υπουργεία, ενώ κατατείνουν και αυτοί στην προώθηση των σκοπών της εξωτερικής πολιτιστικής πολιτικής και ασκούν πολιτιστική διπλωματία. Ένας εξ αυτών είναι και το Ίδρυμα Ελληνικού Πολιτισμού (ΕΙΠ), το οποίο εποπτεύεται από το Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού και έχει ως σκοπό την προβολή και τη διάδοση του ελληνικού πολιτισμού. Το ΕΙΠ έχει δημιουργήσει ένα Δίκτυο Παραρτημάτων εκτός Ελλάδας, με κύρια δραστηριότητα τις πολιτιστικές εκδηλώσεις, τη διάδοση του ελληνικού βιβλίου, την προβολή του ελληνικού κινηματογράφου και τη διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας. Η προβολή της Ελλάδας συντελείται σε σημαντικό βαθμό και από τις Έδρες ή Τμήματα Κλασικών και, κυρίως, Νεοελληνικών Σπουδών σε ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα στο εξωτερικό (υπό τη συναρμοδιότητα και των τριών προαναφερθέντων υπουργείων, Ν. 4415/2016, ΦΕΚ 159Α/06-09.2016). Οι δραστηριότητες των οποίων εστιάζουν στη διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας και ιστορίας, την έρευνα σε σύγχρονα θέματα που αφορούν στην ελληνική πολιτική, την οικονομία και την κοινωνία, σε συναφείς διαλέξεις, σε ανταλλαγές φοιτητών, προκηρύξεις διαγωνισμών, εκδόσεις συγγραμμάτων κ.ά. (Χριστογιάννης, 2002, σελ. 106-107).
Αξιοσημείωτος είναι και ο ρόλος που διαδραματίζει στην άσκηση πολιτιστικής διπλωματίας και η Γενική Γραμματεία Απόδημου Ελληνισμού (ΓΓΑΕ), η οποία αποτελεί αυτόνομο οργανισμό εποπτευόμενο από το Υπουργείο Εξωτερικών, με συντονιστικό ρόλο στην εφαρμογή της εκπαιδευτικής και πολιτιστικής πολιτικής που αφορά στους Έλληνες της διασποράς, καθώς και το Συμβούλιο Απόδημου Ελληνισμού (ΣΑΕ), που αποτελεί μία παγκόσμια οργάνωση της ελληνικής διασποράς, με στόχο και αποστολή την προστασία και προώθηση των εκπαιδευτικών, επιχειρησιακών, ερευνητικών, πολιτιστικών, θρησκευτικών και λοιπών δικαιωμάτων των απόδημων Ελλήνων.
Καθοριστική κρίνεται και η συμβολή των πνευματικών ιδρυμάτων ελληνικού ενδιαφέροντος στο εξωτερικό (όπως το Ελληνικό Ινστιτούτο Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών Βενετίας, το Ελληνικό Πολιτιστικό Κέντρο Παρισίου, το Κέντρο Ελληνικών Σπουδών Αλεξάνδρειας Αιγύπτου και το Ελληνικό Κέντρο Πολιτισμού στο Λονδίνο), καθώς και του Οικουμενικού Πατριαρχείου της Κωνσταντινούπολης, το οποίο εξασφαλίζει την πολιτιστική και κοινωνική συνοχή της ελληνικής διασποράς και αναπτύσσει αξιόλογες πρωτοβουλίες για την προώθηση του διαθρησκευτικού διαλόγου (Χριστογιάννης, 2002, σελ. 108-109, Βασιλειάδης, 2015, σελ. 41).
Οι φορείς που σε αδρές γραμμές περιγράφηκαν ανωτέρω έχουν, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, ως αποστολή τους την προβολή του ελληνικού πολιτισμού και τη μέσω αυτής ενίσχυση της εικόνας της χώρας. Η συναρμοδιότητα τριών υπουργείων και η πληθώρα επιμέρους φορέων αρχικά σκιαγραφούν ένα πολύπλοκο σύστημα, αφετέρου γεννούν ερωτήματα για την ορθολογική λειτουργία αυτού. Κατά πόσο μπορεί να είναι αποτελεσματική η άσκηση πολιτισμικής διπλωματία και δη όταν η ελληνική δημόσια διοίκηση χαρακτηρίζεται από ανεπάρκειες;
Οι μέχρι τώρα μελέτες που έχουν γίνει καταδεικνύουν έντονα το φαινόμενο της ελληνικής κακοδαιμονίας που πλήττει πολλούς τομείς της δημόσιας διοίκησης και την αναπαραγωγή μιας πολιτικής κουλτούρας που μάλλον ζημιώνει, παρά ωφελεί. Η έλλειψη συντονισμού, η επικάλυψη αρμοδιοτήτων, το προβληματικό θεσμικό και οργανωτικό πλαίσιο, η ανεπάρκεια κονδυλίων, η μη αξιοποίηση του ανάλογου προσωπικού, η ανυπαρξία μιας ενιαίας και ομοιογενούς διοικητικής κουλτούρας είναι μερικά από τα προβλήματα που χαρακτηρίζουν το τοπίο σήμερα, αλλά και διαχρονικά, στην άσκηση πολιτιστικής διπλωματίας. Τα προβλήματα αυτά οδηγούν σε μια ατέρμονη διαχειριστική αναποτελεσματικότητα, εγκλωβίζουν το άξιο ανθρώπινο δυναμικό της χώρας και δημιουργούν μια στρεβλή εικόνα για τις δυνατότητες των Ελλήνων.
Σύμφωνα με τα αποτελέσματα πρωτογενών ερευνών που αξιολόγησαν διεξοδικά και διαχρονικά φορείς που εμπλέκονται στη διαδικασία χάραξης της εξωτερικής πολιτιστικής πολιτικής και άσκησης πολιτιστικής διπλωματίας, κατέληξαν σε συμπεράσματα που συνθέτουν μία αποκαρδιωτική εικόνα για την ποιότητα και την αποτελεσματικότητα του σχεδιασμού, της δράσης και της επικοινωνιακής πολιτικής που εφαρμόζεται. Ανεπαρκής διάθεση κονδυλίων, αλληλεπικαλυπτόμενες αρμοδιότητες, ασυνεννοησία, αδιαφορία και αδράνεια αρμόδιων φορέων, έλλειψη ορθού σχεδιασμού, συντονισμού και αξιολόγησης, πρωτοτυπίας και συνέχειας των πολιτιστικών δράσεων, ελλιπής στελέχωση (απουσία Μορφωτικών Ακολούθων ή Συμβούλων Πολιτισμού στην περίπτωση των πρεσβειών) και συρρίκνωση της πολιτιστική δράσης είναι μερικά από τα στοιχεία που συγκεντρώθηκαν. Στα θετικά στοιχεία αξιολογήθηκε ο προσωπικός μόχθος, η διάθεση για προσφορά και το ενδιαφέρον ορισμένων στελεχών να συμβάλουν με όλες τους τις δυνάμεις στην αξιοποίηση και προβολή του πολιτισμικού αποθέματος της χώρας στο εξωτερικό. Από τις έρευνες προέκυψε η αναγκαιότητα για α. επαναπροσδιορισμό της στρατηγικής που εφαρμόζεται κατά καιρούς, β. προώθηση των ελληνικών θέσεων στα διεθνή κέντρα λήψης αποφάσεων και διαμόρφωση της κοινής γνώμης, γ. ενεργοποίηση και συντονισμό των εμπλεκόμενων φορέων, δ. αξιολόγηση των δράσεων που υλοποιούνται και ανάλογη αναπροσαρμογή αυτών. Κυρίως, όμως, ιδιαίτερης προσοχής χρήζει η ανάγκη για α. οικονομική ενίσχυση των φορέων άσκησης πολιτιστικής διπλωματίας, ώστε να διαθέτουν τα απαραίτητα μέσα σχεδιασμού και υλοποίησης των δράσεών τους, καθώς και β. η επάνδρωση καίριων θέσεων με εξειδικευμένο προσωπικό σε θέματα που ανταποκρίνονται στη σύγχρονη πολιτιστική πραγματικότητα και στα κοινωνικο-πολιτικά προβλήματα.
Δυσλειτουργίες και ανεπάρκειες διαπιστώνονται και στη δράση πολλών φορέων που εμπλέκονται στη διαδικασία άσκησης πολιτιστικής διπλωματίας, όπως το Ίδρυμα Ελληνικού Πολιτισμού που, καταδικασμένο σε μόνιμη υποχρηματοδότηση, δεν κατάφερε να ανταποκριθεί στον σκοπό του, η Γενική Γραμματεία Απόδημου Ελληνισμού, της οποίας ο ρόλος δεν έχει αναγνωριστεί και υποστηριχθεί επαρκώς από το εθνικό κέντρο, τα πνευματικά ιδρύματα ελληνικού ενδιαφέροντος και τα τμήματα νεοελληνικών σπουδών που δεν αξιοποιούνται αποτελεσματικά, κλείνουν ή ετοιμάζονται να κλείσουν το ένα μετά το άλλο, καθώς και η απουσία Μορφωτικών Ακολούθων από τις ελληνικές πρεσβείες, ένας θεσμός που δεν ευδοκίμησε στην ελληνική διοίκηση, παρότι υπήρχε συναίνεση για τη χρησιμότητά τους (Γιανναράς, 2001, Τζουμάκα, 2005; Κωστάκης, 2008, Αγγελίδης, 2009; Βασιλειάδης, 2015).

Ο πολιτισμός ως συγκριτικό πλεονέκτημα για την Ελλάδα στη συγκυρία της κρίσης. Προτάσεις και προοπτικές

Είναι αλήθεια ότι η δυσχερής οικονομική κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει η χώρα τα τελευταία χρόνια συχνά ακυρώνει τις προσπάθειες άσκησης πολιτιστικής διπλωματίας. Η έλλειψη κυρίως κονδυλίων, η υποστελέχωση και μια σωρεία προβλημάτων, που απορρέουν από αυτές τις συνθήκες, δυσχεραίνουν την όποια προσπάθεια ανάδειξης του πολιτισμικού αποθέματος της χώρας, αλλά και ανατροπής της αρνητικής εικόνας που υπάρχει στο εξωτερικό για την Ελλάδα και τους Έλληνες. Ωστόσο, η οικονομική δυσχέρεια και οι αδυναμίες του κρατικού μηχανισμού δεν αιτιολογούν πλήρως την όποια ολιγωρία και ασυνέπεια, πόσω μάλλον όταν υποδηλώνουν ένα κενό πολιτικής και μια γενικότερη έλλειψη στρατηγικής. Γίνεται κατανοητό ότι δεν αρκούν οι διαπιστώσεις περί κακοδιοίκησης και οι φιλόδοξες υποσχέσεις που κατά καιρούς διατυπώνονται από όλες τις κυβερνήσεις περί οργανωτικής αναδιάταξης των υπουργείων, κατάργησης των ζημιογόνων και αδύναμων οργανισμών, υιοθέτησης προτύπων και στρατηγικών από το εξωτερικό. Αυτό που χρειάζεται είναι «στρατηγική», ρεαλιστικά στοχευμένες και ορθολογικά υλοποιήσιμες πολιτικές, στελέχωση με ανθρώπους που είναι επιστημονικά καταρτισμένοι, αλλαγή νοοτροπίας και πολιτικής κουλτούρας και, φυσικά, ουσιαστική πολιτική βούληση.
Ο πολιτισμός αποτελεί για την Ελλάδα παράγοντα εθνικής ισχύος και κατεξοχήν συγκριτικό πλεονέκτημα της χώρας στην αρένα των διεθνών σχέσεων. Ωστόσο, οι μεμονωμένες ενέργειες άσκησης πολιτιστικής διπλωματίας ή οι οποιεσδήποτε προσπάθειες άσκησης διπλωματίας γοήτρου βασιζόμενες στο πολιτισμικό απόθεμα δεν μπορούν να επιφέρουν το καλύτερο δυνατόν αποτέλεσμα, αν δεν βρίσκονται σε σύνοδο με άλλες μορφές διπλωματίας, όπως η δημόσια, η οικονομική, η ψηφιακή. Η συνέργειαδεν πρέπει να αποτελεί μόνο στόχευση, αλλά και πράξη κάθε λυσιτελούς πολιτικής με πυλώνα τον πολιτισμό. Η αξιοποίηση της «έξυπνης ισχύος» αποκτά ιδιαίτερη υπόσταση και δυναμική όταν ενώνονται και συντονίζονται οι «δυνάμεις», κάτι που μπορεί να προσδώσει στην Ελλάδα την αναγκαία πολιτική προστιθέμενη αξία στη διεθνή σκηνή και να οδηγήσει στην κατανόηση και στην αποδοχή των εθνικών της θέσεων από τη διεθνή κοινότητα. Ιδιαίτερα στην παρούσα προβληματική οικονομική κατάσταση, όπου η αξιοπιστία της χώρας και το κύρος της έχουν σαφώς θιγεί και η αυτοπεποίθηση των Ελλήνων έχει καταρρακωθεί, η «διπλωματία της συνέργειας» με επίκεντρο τον πολιτισμό θα πρέπει να αποτελεί βασικό άξονα εθνικής στρατηγικής ανάκαμψης, καθώς και αποκατάστασης της εικόνας της στον διεθνή χώρο. Σε ένα γενικότερο διεθνές πλαίσιο συνέργειας, ο ελληνισμός της διασποράς μπορεί να συμβάλλει στη διαμόρφωση της κοινής γνώμης, καθώς και στην επικοινωνία του πολιτιστικού στίγματος της Ελλάδας με την ευρύτερη διεθνή κοινότητα.
Η Ελλάδα μπορεί να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο σε μια σειρά καίριων θεμάτων της ευρωπαϊκής και διεθνούς πολιτικής και πολιτιστικής ατζέντας, όχι μόνο λόγω της συμμετοχής της σε διεθνείς οργανισμούς ή της πνευματικής και πολιτισμικής κληρονομιάς της και των οικουμενικών αξιών που αυτή πρεσβεύει, αλλά και λόγω της «γεωπολιτικής» της θέσης. Ειδικότερα, η γεωστρατηγική θέση της Ελλάδας ως σταυροδρόμι πολιτιστικών τάσεων, πολιτικών και ιστορικών ζυμώσεων και δρώμενων (ιδιαίτερα στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, τη Μεσόγειο, στον παρευξείνιο χώρο, στον αραβικό κόσμο) την σκιαγραφεί ως σημαντικό παίκτη σε μια ευρύτερη γεωγραφική περιοχή, καθιστώντας την κόμβο επικοινωνίας και προσέγγισης μεταξύ των λαών.
Η χάραξη στρατηγικής στο πεδίο της πολιτιστικής διπλωματίας θα πρέπει να «αφουγκράζεται» τις εξελίξεις και να «διαμορφώνεται» αναλόγως. Ο πολιτισμός βρίσκεται όλο και περισσότερο σε μια συνεχή διεργασία με την κοινωνία της γνώσης, τις ραγδαίες εξελίξεις στον χώρο της επικοινωνίας και των τεχνολογιών, τη δημιουργικότητα και την καινοτομία, τις πολυπολιτισμικές συγκλίσεις και ιδιαιτερότητες, τις συγκρούσεις, τη ρευστότητα των κοινωνικών, οικονομικών και πολιτικών δομών, την παγκοσμιοποίηση της οικονομίας, τις πολιτικές προτεραιότητες εκάστοτε εθνικού και παγκόσμιου δρώντα. Μια πρόταση πολιτικής που θα αφορά στην πολιτιστική διπλωματία θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τα παραπάνω, ενσωματώνοντας πολιτικές συνέργειας για την αντιμετώπισή τους και να προάγει «(συν) αντίληψη» κοινής στόχευσης και συνέπειας στην υλοποίηση πολιτικών. Η συνεργασία μεταξύ ιδιωτικού και δημόσιου τομέα, η εμπλοκή της κοινωνίας των πολιτών, του ανθρώπινου δυναμικού του απόδημου ελληνισμού μπορούν να αποτελέσουν μέρος αυτής της στρατηγικής. Ταυτόχρονα, ο στόχος για την προβολή και ανάδειξη της διαχρονίας και συνέχειας του ελληνικού πνεύματος και της πολιτισμικής κληρονομιάς θα πρέπει να διασυνδέεται εμπράκτως με τη σύγχρονη ελληνική πολιτιστική δημιουργία και το «πολιτισμικό» κεφάλαιο εν γένει, στη βάση της «σύζευξης». Είναι σημαντικό όχι μόνο να γνωρίζουμε, αλλά και να αναγνωρίζουμε τον πλούτο και τις διάφορες εκφάνσεις του ελληνικού πολιτισμού, πέραν από προκαταλήψεις και στερεότυπα.
Η σύζευξη της ελληνικής πολιτιστικής πρότασης με ζητήματα παγκόσμιου ενδιαφέροντος, όπως η διαφύλαξη της ειρήνης, η θεμελίωση του κράτους δικαίου, η προστασία των ανθρώπινων δικαιωμάτων και η αειφόρος ανάπτυξη, αλλά κυρίως η επιτακτική ανάγκη για «πολιτιστική συνεργασία» στη βάση της «αμοιβαιότητας» και της «αλληλεγγύης», σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο, με στόχο την προώθηση μιας διεθνούς τάξης πραγμάτων, αποκτούν ιδιαίτερη σημασία για την αντιμετώπιση των σύγχρονων, κοινών προκλήσεων. Είναι σημαντικό η Ελλάδα να έχει λόγο και να είναι ενεργά συμμέτοχη σε θέματα που διαμορφώνουν το σύγχρονο παγκόσμιο πολιτισμικό γίγνεσθαι και αφορούν στην ελευθερία της έκφρασης, τον σεβασμό της ετερότητας και της πολυμορφίας, την αμοιβαία κατανόηση και τον σεβασμό των θεμελιωδών αξιών και δικαιωμάτων.
Προτάσεις μπορούν να γίνουν πολλές και να είναι συγκεκριμένες αναφορικά με τη στόχευση της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Η στήριξη ενός διακριτού Ιδρύματος Ελληνικού Πολιτισμού, που θα διαδραματίζει αντίστοιχο ρόλο όπως του Βρετανικού, Γαλλικού Ινστιτούτου, η αξιοποίηση του αθλητικού ιδεώδους με τις εμβληματικές εκδηλώσεις παγκοσμίου φήμης, η προβολή του ελληνικού πολιτισμού ως πυλώνα του ευρωπαϊκού πολιτισμού και συνακόλουθα της ευρωπαϊκής πολιτισμικής ταυτότητας, η ανάδειξη της ιδιαίτερης φυσιογνωμίας του Βυζαντίου και της ορθοδοξίας ως σημαντική συνιστώσα στην ιστορία του ευρωπαϊκού και παγκόσμιου πολιτισμού, η αξιοποίηση της εμπορικής ναυτιλίας ως εργαλείο πολιτιστικής διπλωματίας, η διάδοση και προβολή της ελληνικής γλώσσας, η διατήρηση και ενίσχυση των εδρών Νεοελληνικών Σπουδών, η προβολή της αντίληψης «thinkglobally-actlocally» και φυσικά η αξιοποίηση του απόδημου ελληνισμού και της γεωπολιτικής θέσης της Ελλάδας είναι κάποιες από αυτές. Το ερώτημα, ωστόσο, παραμένει. Αρκούν μόνο οι προτάσεις;

Επίλογος

Ο πολιτισμός υπήρξε πάντα για την Ελλάδα ένα δυνατό, ωστόσο μη αρκούντως αξιοποιημένο πλεονέκτημα. Θα περίμενε κανείς ότι μια χώρα όπως η Ελλάδα, με πολιτισμικό υπόβαθρο αιώνων και ένα σημαντικό σύγχρονο πολιτισμικό φορτίο, πως θα είχε ως βασική της προτεραιότητα την αξιοποίηση αυτού, προς όφελος των θέσεών της στο διεθνές σύστημα και διαμόρφωσης θετικής εικόνας για εκείνη. Η μέχρι τώρα ανασκόπηση πάνω στο θέμα, από τις πρώτες εκδηλώσεις χάραξης εξωτερικής πολιτιστικής πολιτικής και άσκησης πολιτιστικής διπλωματίας μέχρι και σήμερα, καταδεικνύει ότι στόχοι, δυνατότητες και ευκαιρίες υπήρχαν. Ωστόσο, μάλλον παρέμειναν σε επίπεδο ρητορείας, ασυνέχειας και μη αξιοποίησης του πολιτισμικού αποθέματος, των πολιτιστικών δομών, καθώς και του άξιου έμψυχου δυναμικού. Η ιστορία της και οι συγκυρίες ευνόησαν την Ελλάδα, της έδωσαν «πλεονέκτημα», προκειμένου να ασκήσει την πιο «αποτελεσματική πολιτιστική διπλωματία» και να αποτελέσει το «υπέρβαρο» στο διπλωματικό ισοζύγιο. Τι δεν πήγε καλά; Και, εν τέλει, «τις πταίει»; Φταίει η «κακοδαιμονία» που χαρακτηρίζει την ελληνική δημόσια διοίκηση τόσο στην επιτελική, οργανωτική, όσο και στη θεσμική της διάσταση; Η «κληρονομιά», παλιά και σύγχρονη, ενός πελατειακού συστήματος και μιας γενικότερης κουλτούρας των δρώντων και συμμετεχόντων που τείνει να εδράζεται στην αναξιοκρατία και στον αμοραλισμό; Η έλλειψη στρατηγικής; Οι «άλλοι» ή «εμείς»; Ή τελικά όλα μαζί; Πιθανόν να φταίνε όλα μαζί και το καθένα ξεχωριστά να έχει ιδιαίτερη βαρύτητα. Ωστόσο, το θέμα δεν είναι μόνο εκεί, δηλαδή στην αναγνώριση των αιτιών, ούτε αντιμετωπίζεται μεμονωμένα με την κατάθεση προτάσεων και τη διατύπωση στόχων στρατηγικής. Σαφώς και είναι αναγκαίο να γίνουν τα παραπάνω. Αναγκαίο, ωστόσο, είναι να υπάρχει ουσιαστική πολιτική βούληση πάταξης των αιτιών και σαφώς απόδοσης των ευθυνών, πέραν από μικροπολιτικά αφηγήματα και ρητορείες. Εκτός αυτών, χρήζει θεμελιώδους σημασίας η κατανόηση από τους πολίτες ότι η διασφάλιση του δικαιώματος στον πολιτισμό εδράζεται πρωτίστως στην υποχρέωση προστασίας του, εκ μέρους τους, από κάθε είδους συμφέροντα.
Σε μια εξαιρετικά ιστορικά δυσμενή περίοδο για την Ελλάδα, ο πολιτισμός, πέραν από κάθε ανεπάρκεια και ρευστότητα των πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών δομών, παραμένει το υπέρτατο μέσον διαμόρφωσης θετικής εικόνας της χώρας στο εξωτερικό. Το σημαντικό εκείνο σημείο επαφής και διαλόγου στη διεθνή σκηνή,.το κρυμμένο διαμάντι της εξωτερικής πολιτικής της. Ίσως, η πολιτιστική διπλωματία να μην δύναται να προσφέρει τον απόλυτο τρόπο εξόδου από την κρίση, μπορεί όμως να συνεισφέρει ουσιαστικά στην καλύτερη διαχείρισή της.

Βιβλιογραφία

Armstrong, M. C. (2009). Operationalizing Public Diplomacy. Σε Snow, N. & Taylor, Ph. M. (Eds.). Routledge Handbook of Public Diplomacy (σελ. 63-71). New York/Oxon: Routledge.
British Council (χ.χ.), What is Cultural Leadership. Ανακτήθηκε από: http://creativeconomy.britishcouncil.org/media/uploads/files/Cultural_Leadership_2.pdf(28.11.2016).
Dallas. C. (2007). Country Profile Greece. Compendium, Cultural Policies and Trends in Europe.
Delikalietal, A. (Ed.) (2015). Cyril and Methodius: Byzantium and the Slavic World. Thessaloniki.
European Commission. (2016). Joint Communication to the European Parliament and the Council. Towards an EU Strategy for International Cultural Relations. JOIN (2015) 29 final. Brussels, 08 June 2016.
Fayet, J. F. (2013). VOKS, The Third Dimension of Soviet Foreign Policy. ΣεGienow-Hecht, J. C. E. &Donfried, M. C. (Eds.). Searching for a Cultural Diplomacy (σελ. 33-49). New York/Oxford: Berghahn Books.
Finn, H. K. (2003). The Case for Cultural Diplomacy. Engaging Foreign Audiences. Foreign Affairs, 82, 15-20.
Hoyle, S. (2014). The Values of Cultural Leadership. Ανακτήθηκε από: http://www.cloreleadership.org/valuesofculturalleadership.aspx(28.11.2016).
ICD (Institute of Cultural Diplomacy). What is Cultural Diplomacy.Ανακτήθηκε από: http://www.culturaldiplomacy.org/index.php?en_culturaldiplomacy (28.11.2016).
Kouri, Μ. (2014). EU Integration and Cultural Diplomacy in Times of Crisis: The Case of Greece. The Journal of Arts Management, Law, and Society. 44 (4), 218-233.
Magnúsdóttir, R. (2013). Mission Impossible: Selling Soviet Socialism to Americans. ΣεGienow-Hecht, J. C. E. &Donfried, M. C. (Eds.). Searching for a Cultural Diplomacy (σελ. 50-72). New York/Oxford: Berghahn Books.
Mark, S. L. (2010). Rethinking Cultural Diplomacy: The Cultural Diplomacy of New Zealand, the Canadian Federation and Quebec. Political Science, 62 (1), 62-83.
Prevots, N. (1998). Dance for Export: Cultural Diplomacy and the Cold War. Middletown: Wesleyan University Press.
Said, E. (1993). Culture and Imperialism. New York: Vintage Books.
Snow, N. & Taylor, Ph. M. (Eds.) (2009). Routledge Handbook of Public Diplomacy. New York/Oxon: Routledge.
Topić, M. &Siortino, C. (2012). Cultural Diplomacy and Cultural Imperialism: A Framework for the Analysis. Σε Topić, M. & Rodin, S. (Eds.). Cultural Diplomacy and Cultural Imperialism: European Perspectives (σελ. 9-48). Frankfurt: Peter Lang.
United Nations. (2015). Transforming our World: the 2030 Agenda for Sustainable Development, A/Res/70/L.1 of 18 September 2015.
Αγγελίδης, Δ. (13.09.2009). Έδρες Νεοελληνικών Σπουδών στο Εξωτερικό: Εξαγωγές Πολιτισμού, Tέλος! Περιοδικό «Έψιλον». ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ.
Από τη σύνταξη (08.12.2016). Αναβάθμιση της Πολιτιστικής Διπλωματίας στους Στόχους του ΥΠΠΟΑ. Ομιλία της Υπουργού Λυδίας Κονιόρδου στη Βουλή. ΤΟ ΒΗΜΑ. Ανακτήθηκε από: http://www.tovima.gr/culture/article/?aid=850064 (15.12.2016).
Βασιλειάδης, Σπ. (2015). Η Ελληνική Πολιτιστική Διπλωματία. Σε Βασιλειάδης,. Ν., & Μπουτσιούκη, Σ. (Επιμ.). Πολιτιστική Διπλωματία. Ελληνικές και Διεθνείς Διαστάσεις (κεφ. 2).Ελληνικά Ακαδημαϊκά Ηλεκτρονικά Συγγράμματα και Βοηθήματα. Ζωγράφου: ΣΕΑΒ. Ανακτήθηκε από: http://hdl.handle.net/11419/4424 (01.10.2016).
Γιανναράς, Χ. (2001). Πολιτιστική Διπλωματία: Προθεωρία Ελληνικού Σχεδιασμού. Αθήνα: Ίκαρος.
Ευρωπαϊκή Επιτροπή – Δελτίο Τύπου (08.06.2016). Νέα Στρατηγική για να τεθεί ο Πολιτισμός στο Επίκεντρο των Διεθνών Σχέσεων της Ε.Ε. Βρυξέλλες. Ανακτήθηκε από: http://europa.eu/rapid/press-release_IP-16-2074_el.htm (28.11.2016).
Ζερβάκη, Α. (2016). Ειδικές Πτυχές των Διεθνών Σχέσεων: Η Περίπτωση της Πολιτιστικής Διπλωματίας. Σε Νάσκου-Περράκη, Π. & Ζάικος, Ν. Διπλωματικό και Προξενικό Δίκαιο. Κοινοβουλευτική, Πολιτιστική, Οικονομική και Επιχειρηματική Διπλωματία (σελ. 171-188). Αθήνα-Θεσσαλονίκη: Σάκκουλας.
Θουκυδίδου (χ.χ.). Περικλέους Επιτάφιος Λόγος. Σε Θουκυδίδου Ιστοριών Β΄ (παρ. 35-46).
ΚΕΠΕ (1992). Πολιτιστική Ανάπτυξη. Εκθέσεις για το Πρόγραμμα 1988-1992. (26). Αθήνα: ΚΕΠΕ.
Κόνσολα, Ντ. (2006). Πολιτιστική Ανάπτυξη και Πολιτική. Αθήνα: Παπαζήσης.
Κοσμίδου, Ζ. (2000). Ο Πολιτισμός ως Επικοινωνιακό Μέσο για τη Βελτίωση των Διεθνών Σχέσεων και η Ελληνική Πολιτιστική Διπλωματία (Αδημοσίευτη Διδακτορική Διατριβή). Πάντειο Πανεπιστήμιο, Αθήνα.
Κωστάκης, Μ. (2008). Ελληνική Πολιτιστική Εξωτερική Πολιτική. Αθήνα: Οξύ.
Κωστάκης, Μ. (Μάιος, 2004). Η Ελληνική Πολιτιστική Εξωτερική Πολιτική: Τομείς και Μορφές Δράσης. Εισήγηση στο Συνέδριο Τριάντα Χρόνια Δημοκρατία: Το Πολιτικό Σύστημα της Τρίτης Ελληνικής Δημοκρατίας, 1974-2004. Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης-Πανεπιστήμιο Κρήτης, Ρέθυμνο. Ανακτήθηκε από: http://www.enap.gr/uploads/M_Kostakhs-H_Ellhnikh_Politistikh_Exoterikh_Politikh.pdf (28.11.2016)
Μεντζελοπούλου, Α. (2010). Πολιτιστική Διπλωματία – Η Συμβολή των Ελληνικών Πρεσβειών στην Άσκηση Εξωτερικής Πολιτιστικής Πολιτικής (Αδημοσίευτη Διπλωματική Εργασία). Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο. Αθήνα.
Μπιτσάνη, Ε. (2004). Πολιτισμική Διαχείριση & Περιφερειακή Ανάπτυξη. Σχεδιασμός Πολιτιστικής Πολιτικής και Πολιτιστικού Προϊόντος. Αθήνα: Εκδόσεις Διόνικος.
Νye, J. (2004). Soft Power: The Means to Success in World Politics. New York: Public Affairs Books.
ΝόμοςΥπ’ Αριθμ. 4415/2016.Ρυθμίσεις για την Ελληνόγλωσση Εκπαίδευση, τη Διαπολιτισμική Εκπαίδευση και Άλλες Διατάξεις (ΦΕΚ 159Α/06-09.2016).
Οργανισμός του Υπουργείου Εξωτερικών (Ν. 3566/2007, ΦΕΚ 117Α/05-06-2007).
Οργανισμός Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού. (Προεδρικό Διάταγμα Υπ’ Αριθμ. 104, ΦΕΚ 171Α/28-08-2014).
Τζανάκης, Δ. (2015). Εξωτερική Πολιτική: Η Πολιτιστική Διάσταση και η Περίπτωση της Ελλάδας. Σε Αντωνιάδου, Σ., Μαυραγάνη, Σ., & Πούλιος, Ι. (Επιμ.). Πολιτισμός και Προοπτική. Η Σημασία της Στρατηγικής σε Τέσσερις Τομείς του Πολιτισμού (σελ. 41-51).Αθήνα: Καστανιώτης.
Τζουμάκα, Ε. (2005). Πολιτιστική Διπλωματία: Διεθνή Δεδομένα και Ελληνικές Προοπτικές. Αθήνα: Ι. Σιδέρης.
Υπουργείο Πολιτισμού – Α.Ε. Προβολής της Ελληνικής Πολιτιστικής Κληρονομιάς Πολιτιστική Ολυμπιάδα 2001-2004. «Για Έναν Πολιτισμό των Πολιτισμών».
Υπουργείο Πολιτισμού και Τουρισμού (Μάρτιος 2012). Πρόταση για μία Νέα Πολιτιστική Πολιτική. Αθήνα: Υπουργείο Πολιτισμού και Τουρισμού. Ανακτήθηκε από: http://www.yppo.gr/3/g32.jsp?obj_id=49672 (Σεπτέμβριος 2012).
Χριστογιάννης, Γ. (2002). Ελληνική Πολιτιστική Διπλωματία. Αθήνα: Ι. Σιδέρης.

Διαδικτυογραφία

Υπουργείο Εξωτερικών: http://www.mfa.gr/ (28.11.2016).
Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού: http://www.yppo.gr/0/gindex.jsp. (28.11.2016).
Υπουργείο Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων: http://www.minedu.gov.gr/ (28.11.2016).
Ίδρυμα Ελληνικού Πολιτισμού: http://www.hfc.gr/wmt/webpages/index.php. (28.11.2016).
Γενική Γραμματεία Απόδημου Ελληνισμού: http://www.ggae.gr/frontoffice/portal.asp?cpage=NODE&cnode=1 (28.11.2016).
Συμβούλιο Απόδημου Ελληνισμού: http://el.sae.gr/ (28.11.2016).

[Χρονοκάψουλα] Πρώτη δημοσίευση στο βιβλίο «Διεθνές Γίγνεσθαι και Πολιτισμός» (επιμ. Μαρία Κοντοχρήστου), εκδόσεις Ι.Σιδέρης (2018).

Προσθήκη Σχολίου

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *